Μέλι: Υπό πίεση η ευρωπαϊκή μελισσοκομία από εισαγωγές και ελλείψεις ελέγχων

Ανησυχία για τη συμφωνία ΕΕ–Mercosur και τα διαρθρωτικά προβλήματα της αγοράς

Σε αυξανόμενη πίεση βρίσκεται ο τομέας του μελιού στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με τους μελισσοκόμους να αντιμετωπίζουν έντονο ανταγωνισμό, εισαγωγές χαμηλού κόστους και ποιότητας, φαινόμενα νοθείας και αδυναμίες στους ελεγκτικούς μηχανισμούς.

Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat για το 2024, η ΕΕ παρήγαγε περίπου 282.000 τόνους μελιού, εισήγαγε 175.000 τόνους, κατανάλωσε 435.000 τόνους και εξήγαγε 25.435 τόνους. Οι αυξημένες εισαγωγές, κυρίως από την Κίνα, την Ουκρανία και την Αργεντινή, σε τιμές κάτω των 2 ευρώ/κιλό, ασκούν ισχυρές πιέσεις στις τιμές παραγωγού.

Την κατάσταση επισημαίνει με παρέμβασή της προς τον επίτροπο Γεωργίας Κριστόφ Χάνσεν η Επιστημονική Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης Μελισσοκόμων, κάνοντας λόγο για προβλήματα που σχετίζονται κυρίως με το νομικό και διαρθρωτικό πλαίσιο της αγοράς και όχι με την έλλειψη κανόνων. Όπως σημειώνεται, «υπάρχουν ήδη σαφή νομοθετικά εργαλεία», ωστόσο απαιτείται η πλήρης και έγκαιρη εφαρμογή τους.

Η ισχύουσα ευρωπαϊκή οδηγία ορίζει ότι το μέλι που διακινείται στην αγορά πρέπει να πληροί συγκεκριμένες προδιαγραφές ποιότητας και επισήμανσης, με προβλεπόμενους ελέγχους και κυρώσεις. Ωστόσο, στην πράξη, η εφαρμογή της παρουσιάζει σημαντικές αδυναμίες.

Σύμφωνα με την Επιστημονική Επιτροπή, το βασικό πρόβλημα εντοπίζεται στη δομή των ελέγχων: στα σημεία εισόδου της ΕΕ εντοπίζονται συχνά ύποπτες αποστολές, χωρίς όμως να είναι δυνατή η απόρριψή τους, καθώς οι μέθοδοι ανάλυσης δεν έχουν θεσμοθετηθεί ως επίσημα δεσμευτικές. Έτσι, οι αποστολές χαρακτηρίζονται απλώς ως «ύποπτες» και η ευθύνη μεταφέρεται στις εθνικές αρχές, οι οποίες συχνά αδυνατούν να αποδείξουν τη νοθεία.

Η κατάσταση αυτή, όπως επισημαίνεται, δημιουργεί ένα διαρθρωτικό κενό που ευνοεί την απάτη στην αγορά μελιού. Ενδεικτικά, την περίοδο 2021-2022, το 63% των εξαγωγών μελιού από τη Βραζιλία και το 54% από την Αργεντινή προς την ΕΕ δεν συμμορφωνόταν με τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η συζήτηση για τη συμφωνία ΕΕ–Mercosur, η οποία προβλέπει επιπλέον πρόσβαση προϊόντων στην ευρωπαϊκή αγορά. Αν και η ΕΕ εμφανίζεται περίπου κατά 63% αυτάρκης σε μέλι, η αγορά ήδη δέχεται σημαντικές εισαγωγές, μέρος των οποίων επανεξάγεται.

Το βασικό ζήτημα, σύμφωνα με την Επιστημονική Επιτροπή, δεν είναι η επάρκεια προϊόντος, αλλά η πίεση στις τιμές λόγω των χαμηλού κόστους εισαγωγών. Οι πρόσθετες αφορολόγητες ποσότητες από χώρες του Mercosur ενδέχεται να εντείνουν τις υφιστάμενες στρεβλώσεις, εάν δεν προηγηθεί ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών.

Παράλληλα, επισημαίνεται ότι οι εισαγωγές σε πολύ χαμηλές τιμές αντιμετωπίζονται κυρίως ως περιπτώσεις απάτης και όχι ως πιθανό ντάμπινγκ, γεγονός που περιορίζει τα διαθέσιμα εργαλεία εμπορικής άμυνας.

Το κρίσιμο ερώτημα, όπως υπογραμμίζεται, είναι κατά πόσο η περαιτέρω απελευθέρωση του εμπορίου, σε μια ήδη πιεσμένη αγορά, μπορεί να αποδυναμώσει έναν στρατηγικά σημαντικό αγροτικό τομέα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.