Αν τα χωριά συνεχίσουν να ερημώνουν, καμία πολιτική και καμία τεχνολογία δεν θα μπορέσει να διασώσει τον πρωτογενή τομέα
Η ευρωπαϊκή γεωργία δεν βρίσκεται απλώς σε μια περίοδο προσαρμογής, αλλά σε ένα σημείο καμπής όπου η ίδια της η συνέχεια τίθεται υπό αμφισβήτηση. Στο επίκεντρο αυτής της σιωπηλής αλλά βαθιάς κρίσης δεν βρίσκεται μόνο η κλιματική αλλαγή ή το αυξανόμενο κόστος παραγωγής, αλλά κάτι πιο θεμελιώδες, η απουσία της επόμενης γενιάς.
Η ανανέωση των γενεών δεν αποτελεί επιλογή πολιτικής, αλλά προϋπόθεση επιβίωσης του αγροτικού τομέα. Ωστόσο, η συζήτηση αυτή συχνά γίνεται με έναν επικίνδυνα απλοϊκό τρόπο, σαν να αρκεί να αντικατασταθούν οι παλαιότεροι με νέους. Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη. Χωρίς τους παλιούς, η γνώση χάνεται, χωρίς τους νέους, το σύστημα δεν εξελίσσεται. Και σήμερα, η αλήθεια είναι ότι κανείς δεν ακολουθεί.
Η ελληνική ύπαιθρος βιώνει μια αθόρυβη αποδιάρθρωση. Τα χωριά ερημώνουν, όχι μόνο επειδή δεν επιστρέφουν νέοι, αλλά επειδή όσοι βρίσκονται εκεί δεν έχουν τις βασικές προϋποθέσεις για να παραμείνουν. Η πρόσβαση στην υγεία, στην εκπαίδευση, ακόμη και στη στοιχειώδη κοινωνική ζωή, παραμένει περιορισμένη ή ανύπαρκτη. Σε πολλές περιπτώσεις, η καθημερινότητα δεν είναι απλώς δύσκολη, είναι αποτρεπτική.
Το κοινωνικό σκέλος της κρίσης είναι εξίσου καθοριστικό. Οι περισσότερες νέες γυναίκες εγκαταλείπουν τα χωριά, αναζητώντας μια ζωή με περισσότερες επιλογές, ασφάλεια και προοπτική. Χωρίς αυτές, η δημογραφική ισορροπία καταρρέει, και μαζί της καταρρέει και η προοπτική δημιουργίας βιώσιμων κοινοτήτων. Το αποτέλεσμα είναι ένα φαύλο σύστημα όπου η εγκατάλειψη γεννά περισσότερη εγκατάλειψη.
Αρκεί να φανταστεί κανείς την καθημερινότητα σε περιοχές όπως η Θεσσαλία ή η Κομοτηνή, ή ακόμη πιο έντονα στα ορεινά χωριά της Αιτωλοακαρνανία. Εκεί όπου η πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες δεν είναι δεδομένη, η επιλογή να μείνει κανείς δεν είναι ρομαντική, είναι σχεδόν ηρωική. Στα νησιά, η εικόνα διαφοροποιείται μόνο εποχικά, καθώς το καλοκαίρι φέρνει μια προσωρινή αίσθηση ζωής, αλλά δεν αλλάζει τη δομή της καθημερινότητας.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η συζήτηση για την προσέλκυση νέων στη γεωργία μοιάζει συχνά αποκομμένη από την πραγματικότητα. Δεν μπορείς να ζητάς από έναν νέο να επενδύσει σε έναν τόπο που δεν του εξασφαλίζει αξιοπρεπή διαβίωση. Η χαμηλή κερδοφορία, η δυσκολία πρόσβασης στη γη και το νερό και η αδυναμία των μεγαλύτερων παραγωγών να αποχωρήσουν, συνθέτουν ένα σύστημα που μπλοκάρει από παντού.
Και κάπου εκεί προκύπτει το αδιέξοδο. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. Αν οι παλαιότεροι αποχωρήσουν χωρίς διαδοχή, η παραγωγή καταρρέει. Αν παραμείνουν χωρίς ανανέωση, ο τομέας γερνάει και χάνει την προσαρμοστικότητά του.
Η τεχνολογία μπορεί να αποτελέσει μέρος της λύσης, αλλά όχι τη λύση από μόνη της. Η ψηφιοποίηση και η καινοτομία μπορούν να βελτιώσουν την παραγωγικότητα και να μειώσουν το κόστος, όμως δεν μπορούν να καλύψουν το κοινωνικό και δημογραφικό κενό. Η γεωργία δεν είναι μόνο δεδομένα και αισθητήρες, είναι κοινότητες, σχέσεις και τρόπος ζωής.
Τελικά, το μέλλον της γεωργίας δεν θα κριθεί μόνο στα χωράφια, αλλά στα χωριά. Αν τα χωριά συνεχίσουν να ερημώνουν, καμία πολιτική και καμία τεχνολογία δεν θα μπορέσει να διασώσει τον πρωτογενή τομέα. Και αυτό είναι ίσως το πιο σκληρό συμπέρασμα. Ότι η κρίση της γεωργίας είναι, πριν απ’ όλα, κρίση τόπου και κοινωνίας.
Αν δεν αντιμετωπιστεί αυτός ο πυρήνας, τότε η ανανέωση των γενεών θα παραμείνει ένα σύνθημα χωρίς περιεχόμενο. Και η γεωργία, σταδιακά, θα μετατραπεί από παραγωγική δραστηριότητα σε μια μνήμη που απομακρύνεται.