Κίνα: Η παραγωγή ουρίας από άνθρακα συγκρατεί τις τιμές των λιπασμάτων

"Ασπίδα προστασίας" των παραγωγών απέναντι στην κρίση των λιπασμάτων

Αντιμέτωποι με αυξανόμενη αβεβαιότητα βρίσκονται οι αγρότες διεθνώς, καθώς ο πόλεμος στο Ιράν διαταράσσει την παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα λιπασμάτων. Στην Κίνα, ωστόσο, η επάρκεια ουρίας παραμένει ισχυρή, χάρη στην εκτεταμένη χρήση άνθρακα για την παραγωγή του βασικότερου αζωτούχου λιπάσματος.

Η κινεζική αγορά εμφανίζει περιορισμένη έκθεση στις διεθνείς αναταράξεις, καθώς περίπου το 78% της ουρίας παράγεται από άνθρακα – έναν φθηνό και άφθονο εγχώριο πόρο. Σε αντίθεση, χώρες όπως η Ρωσία, το Κατάρ και η Σαουδική Αραβία βασίζονται στο φυσικό αέριο, γεγονός που τις καθιστά πιο ευάλωτες στις διακυμάνσεις των ενεργειακών τιμών. Όπως σημειώνει ο επικεφαλής ανάλυσης λιπασμάτων της CRU, Willis Thomas, η Κίνα παραμένει σε μεγάλο βαθμό αυτάρκης και λιγότερο εκτεθειμένη στην αστάθεια.

Την ίδια ώρα, το Πεκίνο ενδέχεται να διατηρήσει περιορισμούς στις εξαγωγές ουρίας μετά τη σπορά της άνοιξης, πρακτική που ακολουθεί κατά περίπτωση, προκειμένου να αποτραπεί άνοδος των εγχώριων τιμών. Οι αποφάσεις λαμβάνονται συνήθως τον Μάιο, όταν αποτιμάται το διαθέσιμο πλεόνασμα.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι τιμές της ουρίας έχουν αυξηθεί περίπου κατά 70% από τα τέλη Φεβρουαρίου, καθώς οι εχθροπραξίες δυσχεραίνουν τη διέλευση πλοίων από το Στενό του Χορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το 30% του διεθνούς εμπορίου λιπασμάτων. Ενδεικτικά, στην Ινδονησία οι τιμές κυμαίνονται μεταξύ 700 και 780 δολαρίων ανά τόνο, ενώ στη βόρεια Κίνα διαμορφώνονται χαμηλότερα, στα 1.760-1.840 γιουάν (255-267 δολάρια).

Οι αυξημένες τιμές ωθούν παραγωγούς σε άλλες χώρες να επανεξετάσουν τις καλλιεργητικές επιλογές τους. Στις ΗΠΑ καταγράφεται στροφή από το καλαμπόκι προς τη σόγια, ενώ στην Αυστραλία προκρίνεται το κριθάρι έναντι πιο απαιτητικών σε άζωτο καλλιεργειών. Στην Κίνα, αντίθετα, δεν αναμένονται σημαντικές αλλαγές, καθώς εφαρμόζονται παράλληλα περιορισμοί σε εξαγωγές λιπασμάτων και αξιοποιούνται αποθέματα.

Η παραγωγή ουρίας στη χώρα εκτιμάται ότι θα φτάσει φέτος τους 76,5 εκατ. τόνους, αυξημένη κατά 6,3% σε ετήσια βάση, με την εγχώρια ζήτηση να υπολογίζεται σε 66 εκατ. τόνους, εκ των οποίων 43 εκατ. προορίζονται για γεωργική χρήση. Εντός του έτους αναμένεται να λειτουργήσουν εννέα νέες μονάδες, προσθέτοντας 4,9 εκατ. τόνους ετήσιας δυναμικότητας, κυρίως με βάση τον άνθρακα.

Παρά τη σημαντική παραγωγή, οι εξαγωγές παραμένουν περιορισμένες. Το 2024 ανήλθαν σε 4,9 εκατ. τόνους, ελαφρώς χαμηλότερα από τα συνήθη επίπεδα των 5-5,5 εκατ. τόνων, που αντιστοιχούν περίπου στο 10% των παγκόσμιων εξαγωγών. Την ίδια στιγμή, χώρες όπως η Ινδία, που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από εισαγωγές από τη Μέση Ανατολή, έχουν ήδη απευθυνθεί στην Κίνα για προμήθειες, χωρίς ωστόσο να είναι βέβαιο ότι θα υπάρξει αύξηση των κινεζικών εξαγωγών στο άμεσο διάστημα.