Η νέα ΚΑΠ έρχεται, το παλιό χάσμα μένει αλλά η ελληνική ύπαιθρος ζητά κάτι περισσότερο από επιδοτήσεις
* Του Γ. Μπακόλα
Υπάρχει μια επίμονη ψευδαίσθηση στον δημόσιο διάλογο για τη γεωργία, ότι η επόμενη ΚΑΠ θα λυτρώσει, σχεδόν αυτομάτως, την ελληνική περιφέρεια. Ότι μια νέα αρχιτεκτονική πληρωμών, λίγες διορθώσεις στα εργαλεία στήριξης και μια πιο εύηχη γλώσσα περί δικαιοσύνης, αρκούν για να μικρύνει το χάσμα ανάμεσα στις περιοχές που παράγουν με όρους αγοράς και σε εκείνες που επιβιώνουν κυρίως με όρους αντοχής. Το ρεπορτάζ, όμως, δείχνει κάτι πιο δύσκολο και πολύ πιο αληθινό. Η ΚΑΠ κρατά ακόμη όρθια μεγάλα τμήματα της ελληνικής γεωργίας, αλλά δεν έχει κατορθώσει να σβήσει τις βαθιές εδαφικές ανισότητες που καθορίζουν ποιος αγρότης μένει ανταγωνιστικός και ποιος απλώς μένει ζωντανός.
Στην Ελλάδα, η γεωργία δεν μοιράζεται πάνω σε ομοιόμορφο έδαφος. Μοιράζεται πάνω σε μια χώρα γεμάτη διαφορετικότητα: νησιωτικές ζώνες, ορεινές περιοχές, ξηρικά τοπία, μικροί κατακερματισμένοι κλήροι και άνισες προσβάσεις σε νερό, αποθήκευση, μεταποίηση, συμβουλευτική και δίκτυα αγοράς. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σημειώνει ότι πάνω από το 70% της ελληνικής γεωργικής γης αντιμετωπίζει φυσικούς ή άλλους ειδικούς περιορισμούς, ενώ το παραγωγικό μοντέλο της χώρας στηρίζεται σε περίπου 600.000 εκμεταλλεύσεις με μέσο μέγεθος περίπου 7 εκτάρια, από τις οποίες η μεγάλη πλειονότητα είναι μικρές. Αυτή δεν είναι μια τεχνική λεπτομέρεια. Είναι η πρώτη ύλη της ανισότητας.
Εκεί ακριβώς ακουμπά και το πραγματικό όριο της πολιτικής. Η ΚΑΠ μπορεί να διοχετεύει στήριξη, αλλά δεν αλλάζει από μόνη της τη γεωγραφία του μειονεκτήματος. Το ελληνικό Στρατηγικό Σχέδιο προβλέπει περίπου 4,3 δισ. ευρώ για βασική εισοδηματική στήριξη και περίπου 885 εκατ. ευρώ για αναδιανεμητική ενίσχυση προς μικρές και μεσαίες εκμεταλλεύσεις. Πρόκειται για ποσά καθόλου αμελητέα. Και όμως, όσο χρήσιμα κι αν είναι ως δίχτυ ασφαλείας, δεν επαρκούν για να μετατρέψουν μια προβληματική εδαφική δομή σε σύγκλιση πραγματικού εισοδήματος. Η επιδότηση περιορίζει την πτώση, δεν εγγυάται την άνοδο.
Το πρόβλημα, άλλωστε, δεν αρχίζει στο χωράφι και δεν τελειώνει στο ΟΣΔΕ. Η Ελλάδα παραμένει χώρα έντονων περιφερειακών αποκλίσεων, με τον ΟΟΣΑ να καταγράφει ότι οι ισχυρότερες περιφέρειες εμφανίζουν επίπεδα κατά κεφαλήν παραγωγής αισθητά υψηλότερα από τις ασθενέστερες, ενώ οι ανισότητες στην απασχόληση και στις ευκαιρίες παραμένουν έντονες. Όταν το ευρύτερο περιφερειακό υπόβαθρο είναι άνισο, όταν δηλαδή οι ίδιες οι τοπικές οικονομίες δεν προσφέρουν ισόρροπη βάση επενδύσεων, υπηρεσιών και πρόσβασης σε αγορές, η γεωργία δύσκολα μπορεί να λειτουργήσει ως αυτόματος μηχανισμός εξίσωσης. Συνήθως συμβαίνει το αντίθετο. Οι ήδη πιο οργανωμένες ζώνες απορροφούν καλύτερα το όφελος και οι πιο εύθραυστες περιοχές συνεχίζουν να ζουν με μικρότερη παραγωγική απόδοση και μεγαλύτερη εξάρτηση από τη μεταβίβαση.
Αυτό είναι και το ουσιώδες πολιτικό ερώτημα ενόψει της νέας ΚΑΠ. Όχι αν θα παραμείνουν οι ενισχύσεις, γιατί όλα δείχνουν ότι η εισοδηματική στήριξη θα παραμείνει προστατευμένη, αλλά αν η επόμενη περίοδος θα συνεχίσει να χρηματοδοτεί την επιβίωση ή αν θα αρχίσει επιτέλους να χρηματοδοτεί τη γεωγραφία της σύγκλισης. Η Επιτροπή, στο νέο πακέτο για την περίοδο 2028 έως 2034, μιλά για πιο στοχευμένη στήριξη, απλούστερους κανόνες και προστασία της εισοδηματικής ενίσχυσης των αγροτών στο νέο πολυετές πλαίσιο. Η συζήτηση, συνεπώς, δεν είναι αν έρχεται μια πιο «δίκαιη» ΚΑΠ ως σύνθημα. Η συζήτηση είναι αν η Ελλάδα θα αξιοποιήσει την ευελιξία για να κλείσει τα εσωτερικά της ρήγματα ή αν θα μοιράσει εκ νέου τους πόρους πάνω στον παλιό χάρτη των ανισοτήτων.
Το ελληνικό πρόβλημα είναι πιο σύνθετο από ένα θέμα απλής αναδιανομής. Σε αρκετές περιοχές της χώρας, κυρίως εκεί όπου το κόστος παραγωγής είναι υψηλό, ο κλήρος μικρός, η μεταφορική επιβάρυνση σταθερά μεγάλη και, οι εναλλακτικές πηγές εισοδήματος περιορισμένες, η ενίσχυση της ΚΑΠ δεν δρα ως καταλύτης ανάπτυξης αλλά ως μηχανισμός συγκράτησης του κόστους παραγωγής. Κρατά το σύστημα λειτουργικό, αλλά όχι απαραίτητα βιώσιμο με όρους επόμενης γενιάς. Αυτός είναι και ο λόγος που το ζήτημα του αγροτικού εισοδήματος στην Ελλάδα δεν μπορεί να διαβαστεί ξεκομμένο από το δημογραφικό ζήτημα, της εγκατάλειψης της υπαίθρου, της πρόσβασης σε νερό και της τοπικής μεταποίησης. Η γεωργία σε πολλές περιφέρειες δεν χάνει μόνο χρήμα αλλά χάνει πυκνότητα, δομές και χρόνο.
Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε αφήσει να φανεί αυτή την αμφιβολία ήδη από τις παρατηρήσεις της προς το ελληνικό Στρατηγικό Σχέδιο, όταν σημείωνε ότι η ελληνική προσέγγιση συμβάλλει μόνο εν μέρει στην ενίσχυση του κοινωνικοοικονομικού ιστού των αγροτικών περιοχών. Αυτή η διατύπωση, γραμμένη στη γλώσσα των Βρυξελλών, μεταφράζεται στην πράξη πιο ωμά. Σημαίνει ότι οι πληρωμές υπάρχουν, αλλά η χωρική θεραπεία δεν είναι επαρκής. Σημαίνει ότι η τοπική οικονομία της υπαίθρου δεν ανασυγκροτείται στον βαθμό που απαιτείται. Και σημαίνει ότι χωρίς ισχυρότερη στόχευση σε υποδομές, τοπική οργάνωση, συλλογικά σχήματα, καινοτομία και υπηρεσίες, η ΚΑΠ θα συνεχίσει να λειτουργεί ως αναγκαίο αλλά ελλιπές φάρμακο.
Το ελληνικό αγροτικό ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο πόσα χρήματα θα μπουν. Είναι πού θα πάνε, με ποια κριτήρια, με ποιον έλεγχο και με ποιο αναπτυξιακό σχέδιο πίσω τους. Το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο κοφτερό μετά τις σοβαρές εμπλοκές που έχουν καταγραφεί στη διαχείριση των ενισχύσεων, με την Ελλάδα να δέχεται το 2025 βαριά δημοσιονομική διόρθωση από την Ευρωπαϊκή Ένωση για αδυναμίες στο σύστημα ελέγχου των επιδοτήσεων. Σε μια περίοδο όπου η Ευρώπη επανασχεδιάζει τόσο τη συνοχή όσο και τη γεωργία στο ίδιο ευρύτερο δημοσιονομικό κάδρο, η αξιοπιστία της εθνικής διαχείρισης παύει να είναι δευτερεύον διοικητικό θέμα. Γίνεται όρος πολιτικής επιβίωσης. Διότι μια χώρα που δεν μπορεί να αποδείξει ότι κατευθύνει καθαρά και αποτελεσματικά τους πόρους της, θα δυσκολευτεί πολύ περισσότερο να διεκδικήσει μια ΚΑΠ πραγματικά προσαρμοσμένη στα δικά της εδαφικά ρήγματα.
Αυτό που αναδύεται από το ρεπορτάζ για την Ελλάδα είναι μια αλήθεια λιγότερο εύκολη από τα συνθήματα και πολύ πιο χρήσιμη από αυτά. Η νέα ΚΑΠ δεν θα κριθεί από το ύψος των κονδυλίων, αλλά από το αν θα μπορέσει να αγγίξει τον χάρτη των ανισοτήτων μέσα στη χώρα. Από το αν θα αναγνωρίσει ότι άλλο είναι η πεδινή, εξαγωγική, πιο ενσωματωμένη παραγωγή και άλλο η νησιωτική, ορεινή ή απομονωμένη γεωργία που ζει με δυσανάλογο κόστος και μικρότερη διαπραγματευτική ισχύ. Από το αν θα περάσει από τη λογική της οριζόντιας διαχείρισης στη λογική της εδαφικής ακρίβειας.
Αν αυτό δεν συμβεί, η Ελλάδα θα συνεχίσει να κάνει αυτό που κάνει εδώ και χρόνια. Θα χρησιμοποιεί την ΚΑΠ για να αποτρέπει την κατάρρευση χωρίς να πετυχαίνει τη σύγκλιση. Θα συντηρεί εκμεταλλεύσεις, αλλά δεν θα θεραπεύει το χάσμα ανάμεσα στις περιφέρειες που παράγουν με μέλλον και σε εκείνες που παράγουν με κόπωση. Και τότε η επόμενη μεγάλη συζήτηση για το αγροτικό εισόδημα δεν θα αφορά απλώς το ύψος της ενίσχυσης. Θα αφορά το αν η χώρα κατάφερε να διασώσει την αγροτική της γεωγραφία προτού αυτή αδειάσει οριστικά.
Αυτό είναι το πραγματικό στοίχημα της νέας ΚΑΠ για την Ελλάδα. Όχι να μοιράσει ξανά πόρους. Να αποδείξει ότι μπορεί να μικρύνει την απόσταση ανάμεσα στις δύο όψεις της ελληνικής υπαίθρου.