Η Ευρώπη ψάχνει τη νέα της βιομηχανία στα υπολείμματα της φύσης

Βιοδιασπώμενα υλικά, η νέα ευρωπαϊκή μάχη για τη φύση, τη βιομηχανία και την ύπαιθρο

Τα βιοδιασπώμενα υλικά με βάση τη φύση δεν είναι πλέον μια περιφερειακή συζήτηση για την πράσινη μετάβαση. Αρχίζουν να μετατρέπονται σε ένα από τα επόμενα μεγάλα ευρωπαϊκά πεδία πολιτικής, βιομηχανικής στρατηγικής και αγροτικής ανάπτυξης. Η γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, που εγκρίθηκε στις 29 Απριλίου, έρχεται να ανοίξει έναν φάκελο που τα επόμενα χρόνια θα απασχολήσει κυβερνήσεις, επιχειρήσεις, αγρότες, βιομηχανίες τροφίμων, δασικούς φορείς και αλιευτικές κοινότητες.

Στην καρδιά της συζήτησης βρίσκεται ένα απλό αλλά κρίσιμο ερώτημα μπορεί η Ευρώπη να μειώσει την εξάρτησή της από τους ορυκτούς πόρους, να περιορίσει τη ρύπανση από πλαστικά και μικροπλαστικά, και ταυτόχρονα να δημιουργήσει νέες αλυσίδες αξίας στην ύπαιθρο. Η ΕΟΚΕ απαντά θετικά, υπό έναν βασικό όρο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να διαμορφώσει ένα σαφές, συνεκτικό και ευνοϊκό κανονιστικό πλαίσιο, ικανό να μετατρέψει την τεχνολογική δυνατότητα σε πραγματική παραγωγική οικονομία.

Η παρέμβαση αυτή δεν είναι απλώς περιβαλλοντική. Είναι υπόθεση παραγωγικής ανεξαρτησίας, βιομηχανικής ανασυγκρότησης και νέας ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας. Σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη αναζητεί τρόπους να μειώσει τις εξαρτήσεις της, να θωρακίσει τις εφοδιαστικές της αλυσίδες και να δώσει οικονομικό περιεχόμενο στην πράσινη μετάβαση, τα φυσικής προέλευσης βιοδιασπώμενα υλικά εμφανίζονται ως μια νέα πρώτη ύλη στρατηγικής σημασίας.

Σύμφωνα με την ΕΟΚΕ, η Ευρώπη έχει την ευκαιρία να αξιοποιήσει τη Στρατηγική της ΕΕ για τη Βιοοικονομία και τον επερχόμενο Νόμο για την Κυκλική Οικονομία, ώστε να περάσει από τις γενικές διακηρύξεις στη συγκεκριμένη εφαρμογή. Το ζητούμενο δεν είναι να προστεθεί ακόμη ένας κανονισμός στο ήδη σύνθετο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Το ζητούμενο είναι να δημιουργηθεί μια αρχιτεκτονική κανόνων που θα επιτρέπει την καινοτομία, θα προστατεύει το περιβάλλον και θα διασφαλίζει ότι η μετάβαση δεν θα γίνει εις βάρος των τροφίμων, των ζωοτροφών και του εδάφους.

Η αγροτική διάσταση είναι καθοριστική. Τα αγροτικά, δασικά και αλιευτικά υπολείμματα, που συχνά αντιμετωπίζονται ως απόβλητα ή ως υλικά χαμηλής αξίας, μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για νέα προϊόντα, νέες βιομηχανικές εφαρμογές και πρόσθετο εισόδημα στην περιφέρεια. Για την ελληνική ύπαιθρο, αυτό δεν είναι θεωρητικό ζήτημα. Σε μια χώρα με ισχυρή αγροδιατροφική παραγωγή, μεγάλη πίεση στο κόστος, ανάγκη για διαφοροποίηση εισοδήματος και περιοχές που αναζητούν νέα παραγωγικά μοντέλα, η βιοοικονομία μπορεί να ανοίξει έναν νέο κύκλο ευκαιριών.

Ωστόσο, η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι η πολιτική της κυκλικής οικονομίας δεν μπορεί να παραμείνει εγκλωβισμένη σε μια στενή αντίληψη ανακύκλωσης. Μέχρι σήμερα, το ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο δίνει μεγαλύτερο βάρος στους τεχνικούς κύκλους, δηλαδή στην ανακύκλωση, την επεξεργασία και την επαναχρησιμοποίηση υλικών μέσα από βιομηχανικά συστήματα. Η νέα προσέγγιση που προτείνεται είναι ευρύτερη. Αναγνωρίζει ότι υπάρχουν και βιολογικοί κύκλοι, όπου τα υλικά επιστρέφουν με ασφαλή τρόπο στη φύση, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούν αυστηρά περιβαλλοντικά κριτήρια.

Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο. Η βιοδιασπασιμότητα δεν μπορεί να γίνει άλλοθι για νέα μορφή σπατάλης. Δεν αρκεί ένα υλικό να εμφανίζεται ως «πράσινο». Πρέπει να αξιολογείται σε όλο τον κύκλο ζωής του, από την προέλευση της πρώτης ύλης έως την παραγωγή, τη χρήση, τη διάθεση και την πραγματική περιβαλλοντική του επίπτωση. Γι’ αυτό η ΕΟΚΕ ζητά προσέγγιση βασισμένη στα αποτελέσματα και όχι σε απλές κατηγοριοποιήσεις.

Η γνωμοδότηση δίνει ιδιαίτερη έμφαση και στα φυσικά πολυμερή που δεν έχουν υποστεί χημική τροποποίηση, τα οποία αναγνωρίζονται ως μη πλαστικά βάσει της οδηγίας για τα πλαστικά μιας χρήσης και συνδέονται με το πλαίσιο REACH. Η σημασία αυτής της αναφοράς είναι μεγάλη, διότι αφορά υλικά που μπορούν να μειώσουν τη διαρροή μικροπλαστικών και να περιορίσουν τη συσσώρευση ρύπων στα οικοσυστήματα.

Για τον αγροδιατροφικό τομέα, το επόμενο ερώτημα θα είναι πρακτικό. Ποιος θα συλλέγει τα υπολείμματα. Ποιος θα τα επεξεργάζεται. Ποιος θα πιστοποιεί την περιβαλλοντική τους αξία. Ποιος θα επενδύσει στις μονάδες μεταποίησης. Και, κυρίως, πώς θα διασφαλιστεί ότι ο αγρότης, ο δασοκόμος και ο αλιέας δεν θα μείνουν απλοί προμηθευτές φθηνής πρώτης ύλης, αλλά θα συμμετέχουν δίκαια στη νέα αξία που θα δημιουργηθεί.

Η Ευρώπη ανοίγει έτσι ένα θέμα που θα μας απασχολήσει έντονα τα επόμενα χρόνια. Η κυκλική οικονομία δεν θα κριθεί μόνο στους κάδους ανακύκλωσης, αλλά και στα χωράφια, στα δάση, στα αλιευτικά λιμάνια και στις βιομηχανίες που θα μάθουν να χρησιμοποιούν τη φύση χωρίς να την εξαντλούν. Αν η πολιτική σχεδιαστεί σωστά, τα βιοδιασπώμενα υλικά μπορούν να γίνουν γέφυρα ανάμεσα στην πράσινη μετάβαση και τη νέα παραγωγική οικονομία. Αν σχεδιαστεί πρόχειρα, κινδυνεύουν να γίνουν ακόμη μία χαμένη ευρωπαϊκή υπόσχεση.