Υψηλό κόστος παραγωγής, περιορισμένες εξαγωγές από την Κίνα και προβλήματα στην προσφορά διατηρούν την πίεση στη διεθνή αγορά
Σε αδιέξοδο φαίνεται να οδηγείται η παγκόσμια αγορά λιπασμάτων, καθώς οι παραγωγοί δεν μπορούν να μειώσουν σημαντικά τις τιμές, λόγω του υψηλού κόστους παραγωγής, ενώ οι αγοραστές εμφανίζονται διστακτικοί, εξαιτίας της περιορισμένης οικονομικής απόδοσης της χρήσης τους.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος εντοπίζεται στην αγορά των φωσφορικών λιπασμάτων, όπου δεν αποκλείεται να μην υπάρξει ουσιαστική υποχώρηση των τιμών πριν από τη φθινοπωρινή καλλιεργητική περίοδο, σύμφωνα με τον αντιπρόεδρο του τομέα λιπασμάτων της StoneX, Τζος Λίνβιλ.
Όπως ανέφερε, η κατάσταση στη διεθνή αγορά φωσφορικών λιπασμάτων συνεχίζει να επιδεινώνεται. Πέντε χώρες ελέγχουν το μεγαλύτερο μέρος της αγοράς, ενώ βασικοί προμηθευτές αντιμετωπίζουν προβλήματα στην προσφορά.
Η Κίνα, που παραδοσιακά αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παίκτες της αγοράς, δεν έχει πραγματοποιήσει εξαγωγές φωσφορικών λιπασμάτων από την αρχή του 2026. Οι περιορισμοί αναμένεται να παραμείνουν σε ισχύ τουλάχιστον έως τον Αύγουστο, πιθανώς και για μεγαλύτερο διάστημα.
Την ίδια ώρα, η Σαουδική Αραβία, λόγω του κλεισίματος στενού θαλάσσιου περάσματος, αναγκάστηκε να πραγματοποιεί αποστολές μέσω της δυτικής ακτής της, με όγκους όμως σημαντικά χαμηλότερους από τα συνήθη επίπεδα.
Πρόσθετη πίεση στην αγορά ασκεί και η μειωμένη παραγωγή στις ΗΠΑ. Η Mosaic, ένας από τους μεγαλύτερους παραγωγούς φωσφορικών και καλιούχων λιπασμάτων παγκοσμίως, έχει ήδη ανακοινώσει καθοδική αναθεώρηση των σχεδίων παραγωγής για το 2026, επικαλούμενη το υψηλό κόστος θείου, αμμωνίας και άνυδρης αμμωνίας.
Ο Λίνβιλ σημείωσε ότι οι υψηλές τιμές στα φωσφορικά λιπάσματα ενδέχεται να διατηρηθούν, παρά την αδύναμη ζήτηση.
«Όσο παράλογο κι αν ακούγεται, ίσως έχουμε ήδη δει τη χαμηλότερη τιμή των φωσφορικών λιπασμάτων για το 2026, εκτός εάν υπάρξουν μεγάλες αλλαγές στη διεθνή αγορά», ανέφερε.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι παραγωγοί έχουν αντικειμενικούς λόγους να διατηρούν υψηλές τις τιμές, καθώς το κόστος παραγωγής παραμένει αυξημένο. Από την άλλη πλευρά, και οι αγοραστές έχουν λόγους να καθυστερούν τις αγορές τους, καθώς οι αγρότες δεν είναι διατεθειμένοι να αναλάβουν πρόσθετο ρίσκο τιμών.
Ο Λίνβιλ εκτιμά ότι το φετινό καλοκαίρι θα μπορούσε να εξελιχθεί σε μία από τις πιο υποτονικές περιόδους για το εμπόριο φωσφορικών λιπασμάτων, UAN και ουρίας. Αντίθετα, τα καλιούχα λιπάσματα εμφανίζονται, κατά την εκτίμησή του, πιο ελκυστικά σε σχέση με τις τιμές των σιτηρών, γεγονός που μπορεί να διατηρήσει ισχυρότερη την εμπορική δραστηριότητα σε αυτό το τμήμα της αγοράς.
Στην αγορά αζωτούχων λιπασμάτων, η Αίγυπτος επέβαλε εξαγωγικό δασμό 90 δολαρίων ανά τόνο στα προϊόντα αζώτου, σε μια προσπάθεια να περιορίσει τις εξαγωγές και να διατηρήσει μεγαλύτερες ποσότητες λιπασμάτων για την εγχώρια αγορά. Ο Λίνβιλ χαρακτήρισε την εξέλιξη αυτή ως ακόμη ένα παράδειγμα αυξανόμενης κρατικής παρέμβασης στην αγορά λιπασμάτων.
Για τους αγρότες, η εξέλιξη αυτή σημαίνει ότι οι προσδοκίες για σημαντική μείωση των τιμών των φωσφορικών λιπασμάτων πριν από τη φθινοπωρινή σπορά ενδέχεται να μην επιβεβαιωθούν. Η ασθενής ζήτηση από μόνη της δεν αρκεί για να οδηγήσει σε χαμηλότερες τιμές, εφόσον οι παραγωγοί συνεχίζουν να λειτουργούν με υψηλό κόστος ή περιορίζουν την παραγωγή.