Το χύμα κρασί δοκιμάζει τις αντοχές του ελληνικού αμπελώνα

Η Ισπανία κερδίζει στον όγκο, η Ιταλία αλλάζει μοντέλο και η Ελλάδα αναζητά θέση σε μια πιο πιεστική αγορά

Πίσω από τη λάμψη του ευρωπαϊκού κρασιού, τις γνωστές ετικέτες και τις ισχυρές οινικές ταυτότητες, εξελίσσεται μια αθόρυβη ανατροπή. Η Ιταλία, χώρα που για δεκαετίες υπήρξε σημείο αναφοράς στις εξαγωγές χύμα κρασιού, βλέπει σήμερα το παλιό της μοντέλο να υποχωρεί. Το χύμα δεν λειτουργεί πλέον μόνο ως προϊόν προς πώληση. Γίνεται πρώτη ύλη, εργαλείο κόστους, μέσο εμπορικής ευελιξίας και κρίκος σε μια πιο σύνθετη αλυσίδα αξίας.

Η αλλαγή έχει ιδιαίτερο βάρος για την Ελλάδα, όχι επειδή οι δύο χώρες έχουν το ίδιο μέγεθος στην παγκόσμια οινική αγορά, αλλά επειδή δέχονται πιέσεις από την ίδια ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Η Ιταλία, που τη δεκαετία του 1990 και στις αρχές του 2000 ήταν μεγάλη εξαγωγική δύναμη στο χύμα κρασί, εισάγει πλέον σημαντικές ποσότητες, κυρίως από την Ισπανία. Το 2025, το 81% των ιταλικών εισαγωγών χύμα κρασιού προέρχεται από την Ισπανία, ενώ το 56% των ιταλικών εξαγωγών κατευθύνεται στη Γερμανία. Η γεωγραφία αυτή δείχνει καθαρά πώς κινείται η ευρωπαϊκή αγορά. Η Ισπανία προσφέρει όγκο και ανταγωνιστική τιμή. Η Γερμανία απορροφά ποσότητες μέσα από ισχυρά δίκτυα εμφιάλωσης, διανομής και λιανεμπορίου.

Για την Ελλάδα, το ζήτημα δεν είναι θεωρητικό. Τα στοιχεία της WITS για το 2024 δείχνουν ότι η χώρα εισήγαγε μη αφρώδη οίνο σε μεγάλες συσκευασίες αξίας 4,17 εκατ. δολαρίων, με την Ισπανία να βρίσκεται στην πρώτη θέση, με 3,43 εκατ. λίτρα, και την Ιταλία να ακολουθεί με περίπου 1 εκατ. λίτρα. Την ίδια χρονιά, οι ελληνικές εξαγωγές στην ίδια κατηγορία ανήλθαν σε 3,61 εκατ. λίτρα, αξίας 6,73 εκατ. δολαρίων. Η εικόνα δεν δείχνει κατάρρευση. Δείχνει όμως ότι η ελληνική αγορά βρίσκεται ήδη μέσα σε ένα περιβάλλον όπου το φθηνό ευρωπαϊκό χύμα μπορεί να επηρεάζει τιμές, απορροφήσεις και εμπορικές ισορροπίες.

Η πίεση γίνεται πιο σύνθετη αν συνυπολογιστεί η παραγωγή. Για την αμπελοοινική περίοδο 2025, 2026, η ελληνική παραγωγή διαμορφώθηκε στα 1.645.266 εκατόλιτρα, επίπεδο που χαρακτηρίζεται από την ΚΕΟΣΟΕ ως ένα από τα χαμηλότερα ιστορικά. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα καλείται να σταθεί σε μια αγορά μεγάλων όγκων, ενώ η ίδια δεν διαθέτει το παραγωγικό μέγεθος των μεγάλων ευρωπαϊκών παικτών.

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο βρίσκεται στις εξαγωγές. Το 2025, η αξία των ελληνικών εξαγωγών κρασιού μειώθηκε κατά 1,67%, στα 96,47 εκατ. ευρώ, ενώ η ποσότητα αυξήθηκε κατά 12,07%, στους 28.202 τόνους. Η Ελλάδα πούλησε περισσότερο κρασί, αλλά με χαμηλότερη αξία ανά μονάδα. Αυτό είναι το σήμα που δεν πρέπει να αγνοηθεί. Όταν αυξάνεται ο όγκος αλλά δεν ακολουθεί η αξία, η αγορά προειδοποιεί ότι το προϊόν κινδυνεύει να διολισθήσει στη λογική της τιμής.

Το δίλημμα για τον ελληνικό αμπελώνα είναι πλέον καθαρό. Η Ελλάδα δεν μπορεί να νικήσει την Ισπανία στον όγκο. Μπορεί όμως να κερδίσει στην ταυτότητα. Δεν μπορεί να ανταγωνιστεί χώρες με τεράστιες εκτάσεις, ισχυρές οικονομίες κλίμακας και χαμηλότερο κόστος παραγωγής. Μπορεί όμως να χτίσει αξία πάνω στις ελληνικές ποικιλίες, στις ονομασίες προέλευσης, στην πιστοποίηση, στο εμφιαλωμένο προϊόν, στον οινοτουρισμό και σε μια πιο συνεκτική εθνική στρατηγική για το ελληνικό κρασί.

Η ιταλική μεταβολή λειτουργεί σαν καθρέφτης. Δείχνει ότι ακόμη και οι μεγάλες οινικές δυνάμεις δεν μπορούν να στηρίζονται για πάντα στον όγκο. Η επόμενη μάχη του κρασιού δεν θα κριθεί στο ποιος έχει περισσότερα λίτρα, αλλά στο ποιος μπορεί να δώσει μεγαλύτερη αξία σε κάθε λίτρο. Για την Ελλάδα, αυτό δεν είναι μια επιλογή αισθητικής ή εμπορικής προβολής. Είναι ζήτημα επιβίωσης για τον αμπελώνα, το εισόδημα του παραγωγού και τη θέση του ελληνικού κρασιού στη διεθνή αγορά.