Οι ευρωπαϊκές αγροτικές οργανώσεις χαρακτηρίζουν ανεπαρκές το σχέδιο της Κομισιόν και ζητούν άμεσα μέτρα στήριξης
Καμπανάκι κινδύνου για το κόστος παραγωγής και τις πιθανές επιπτώσεις στις τιμές των τροφίμων χτυπούν οι Copa-Cogeca, μετά την παρουσίαση του Σχεδίου Δράσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τα λιπάσματα.
Το σχέδιο παρουσιάστηκε στο Στρασβούργο στις 19 Μαΐου, την ίδια ώρα που αγρότες από διάφορες ευρωπαϊκές χώρες πραγματοποιούσαν συμβολική κινητοποίηση έξω από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ωστόσο, οι ανακοινώσεις της Κομισιόν δεν φαίνεται να ικανοποίησαν τις κορυφαίες ευρωπαϊκές αγροτικές οργανώσεις, οι οποίες κάνουν λόγο για ανεπαρκή απάντηση σε μια κρίσιμη συγκυρία.
Σύμφωνα με τις Copa-Cogeca, το σχέδιο δεν περιλαμβάνει άμεσα μέτρα που θα μπορούσαν να προσφέρουν ουσιαστική οικονομική ανακούφιση στους παραγωγούς. Οι αγρότες, όπως επισημαίνουν, βρίσκονται ήδη αντιμέτωποι με υψηλό και διαρκώς αυξανόμενο κόστος σε ένα από τα βασικότερα μέσα παραγωγής, ενώ η αβεβαιότητα ενισχύεται από τη συνεχιζόμενη κρίση στη Μέση Ανατολή.
Οι τιμές βασικών κατηγοριών λιπασμάτων παραμένουν σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, γεγονός που επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τις ευρωπαϊκές εκμεταλλεύσεις. Οι Copa-Cogeca προειδοποιούν ότι, χωρίς άμεση παρέμβαση, η αγροτική κρίση μπορεί να εξελιχθεί σε νέο κύμα πληθωρισμού τροφίμων για τους Ευρωπαίους καταναλωτές, αλλά και σε ευρύτερη επισιτιστική κρίση διεθνώς.
Ιδιαίτερα ευάλωτες εμφανίζονται οι αροτραίες εκμεταλλεύσεις, πολλές από τις οποίες λειτουργούν τα τελευταία χρόνια με περιορισμένη ρευστότητα. Την ίδια στιγμή, οι τιμές των σιτηρών παραμένουν στάσιμες, περιορίζοντας ακόμη περισσότερο τη δυνατότητα των παραγωγών να απορροφήσουν ένα νέο σοκ στο κόστος των λιπασμάτων.
Η επίσπευση της παρουσίασης του σχεδίου από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε αρχικά εκληφθεί ως θετική ένδειξη. Ωστόσο, οι αγροτικές οργανώσεις υποστηρίζουν ότι το τελικό περιεχόμενο δεν ανταποκρίνεται στο μέγεθος του προβλήματος. Όπως αναφέρουν, η Κομισιόν διαθέτει εργαλεία για άμεση παρέμβαση στην αγορά, αλλά επέλεξε να μην προχωρήσει σε αλλαγές στο υφιστάμενο κανονιστικό πλαίσιο της ΕΕ.
Το σχέδιο της Επιτροπής περιλαμβάνει κυρίως μακροπρόθεσμες κατευθύνσεις. Μεταξύ αυτών είναι η επέκταση της παρέκκλισης RENURE στα χωνεμένα υπολείμματα, η διευκόλυνση της μεταφοράς θρεπτικών ουσιών μεταξύ περιφερειών και πιθανές τροποποιήσεις στις Οδηγίες για τα Νιτρικά και τα Απόβλητα. Παράλληλα, γίνεται αναφορά σε πρόσθετα εμπορικά μέτρα και στην ενίσχυση της διαφάνειας της αγοράς.
Για τις Copa-Cogeca, όμως, οι προβλέψεις αυτές παραμένουν γενικές, προσεκτικά διατυπωμένες και χωρίς δεσμευτικό χαρακτήρα. Όπως υποστηρίζουν, δεν υπάρχει σαφές χρονοδιάγραμμα εφαρμογής ούτε νέα χρηματοδοτικά εργαλεία. Η μόνη άμεση δυνατότητα που διαφαίνεται είναι η αξιοποίηση ήδη προγραμματισμένων πόρων της ΚΑΠ από τα κράτη-μέλη, κάτι που οι οργανώσεις δεν θεωρούν συντονισμένη ευρωπαϊκή απάντηση.
Κριτική ασκείται και στον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή προσεγγίζει το Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών και τον Μηχανισμό Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα. Οι Copa-Cogeca εκτιμούν ότι το σχέδιο δίνει μεγαλύτερο βάρος στη στήριξη της βιομηχανίας παραγωγής λιπασμάτων χαμηλών εκπομπών άνθρακα, μέσω μηχανισμών χρηματοδότησης, παρά στην άμεση προστασία των αγροτών από το πρόσθετο κόστος.
Οι οργανώσεις ζητούν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα κράτη-μέλη να κινηθούν άμεσα σε συγκεκριμένες παρεμβάσεις. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η αναστολή των δασμών MFN σε όλα τα λιπάσματα, με εξαίρεση τη Ρωσία και τη Λευκορωσία, η δυνατότητα προσωρινών παρεκκλίσεων από τα όρια της Οδηγίας για τα Νιτρικά για την επόμενη καλλιεργητική περίοδο, η ενίσχυση της ρευστότητας των αγροτών και η αναστολή της επιβάρυνσης από τον CBAM.
«Ο ευρωπαϊκός αγροτικός τομέας κατευθύνεται προς έναν τοίχο λιπασμάτων, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση παρακολουθεί και διστάζει τη στιγμή που θα έπρεπε να αναλαμβάνει δράση», αναφέρουν χαρακτηριστικά οι Copa-Cogeca.
Το μήνυμα των οργανώσεων είναι σαφές: αν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα, το πρόβλημα δεν θα περιοριστεί στους παραγωγούς. Οι συνέπειες, προειδοποιούν, ενδέχεται σύντομα να περάσουν στο καλάθι των Ευρωπαίων καταναλωτών, μέσα από νέες αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων.