Η Ελλάδα καταγράφεται στις χώρες με υψηλό πρόβλημα αγροτικής διαδοχής, με βασικά εμπόδια τη γη, τη χρηματοδότηση και τη χαμηλή κερδοφορία
Του Γ.Μπακόλα
Νέα έκθεση της ΕΕ κατατάσσει την Ελλάδα στις χώρες υψηλού κινδύνου για την αγροτική διαδοχή και ανοίγει ένα δυσάρεστο ερώτημα, αν οι πόροι που διατέθηκαν για τους νέους αγρότες έγιναν πραγματική παραγωγική ανανέωση ή χάθηκαν στη λογική της απορρόφησης.
Η νέα έκθεση του EU CAP Network για την ανανέωση των γενεών στη γεωργία δεν λέει στην Ελλάδα κάτι που δεν γνώριζε. Λέει, όμως, κάτι που η χώρα συνήθως αποφεύγει να ακούσει με θεσμικούς όρους. Η ελληνική γεωργία γερνάει, οι νέοι δυσκολεύονται να μπουν στην παραγωγή και η διαδοχή στις εκμεταλλεύσεις έχει εξελιχθεί από κοινωνικό ζήτημα της υπαίθρου σε παραγωγικό και εθνικό ρίσκο.
Η Ελλάδα εμφανίζεται στην έκθεση ανάμεσα στις χώρες όπου το πρόβλημα της αγροτικής διαδοχής έχει λάβει τη σοβαρότερη διάσταση, με βαθμολογία 5 στα 5 στις συνεντεύξεις των εθνικών φορέων και ταξινόμηση στην κατηγορία High. Δυστυχώς είναι η ψυχρή αποτύπωση μιας πραγματικότητας που ήδη φαίνεται στην ελληνική ύπαιθρο, στα χωριά που αδειάζουν, στους στάβλους που δεν βρίσκουν διάδοχο, στα θερμοκήπια που δυσκολεύονται να περάσουν στην επόμενη γενιά, στα ελαιοχώραφα και στις οικογενειακές εκμεταλλεύσεις που δεν ξέρουν αν θα έχουν συνέχεια μετά τον σημερινό παραγωγό.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σχεδόν ένας στους τρεις διαχειριστές γεωργικής εκμετάλλευσης ήταν άνω των 65 ετών το 2020, ενώ μόλις 12% ήταν κάτω των 40 ετών. Η βελτίωση από το 2016, όταν το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 11%, είναι τόσο μικρή ώστε δεν αλλάζει την εικόνα. Η έκθεση σημειώνει ότι το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα έντονο στις χώρες με πολλές μικρές εκμεταλλεύσεις, όπως η Ελλάδα, η Ιταλία, η Πορτογαλία και η Ρουμανία.
Αυτό είναι το σημείο όπου η αγροτική πολιτική και η Ελλάδα συγκεκριμένα δεν αντιμετωπίζει απλώς έλλειψη νέων αγροτών. Αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να χαθεί σταδιακά η συνέχεια ενός παραγωγικού μοντέλου που κράτησε ζωντανή την περιφέρεια, αλλά σήμερα ασφυκτιά ανάμεσα στο κόστος, τη μικρή κλίμακα, την αβεβαιότητα των αγορών και την απουσία θεσμικού σχεδίου διαδοχής.
Η έκθεση εντοπίζει ως βασικούς φραγμούς την πρόσβαση στη γη, την πρόσβαση στη χρηματοδότηση και τη χαμηλή κερδοφορία της γεωργίας. Στην ελληνική περίπτωση είναι η πραγματικότητα ενός νέου που θέλει να γίνει παραγωγός και βρίσκει μπροστά του κατακερματισμένη γη, ακριβή αγορά, δύσκολες μισθώσεις, περιορισμένη τραπεζική πίστη, αβέβαιο εισόδημα και διοίκηση που συχνά ζητά περισσότερα χαρτιά από όσα μπορεί να αντέξει μια μικρή εκμετάλλευση.
Η γεωργία ζητά από τον νέο άνθρωπο να αναλάβει ρίσκο από την πρώτη ημέρα. Να επενδύσει πριν σταθεροποιηθεί. Να δανειστεί πριν αποκτήσει ιστορικό και να μπει σε μια αγορά όπου οι τιμές αλλάζουν, τα κόστη ανεβαίνουν και οι πληρωμές συχνά καθυστερούν. Σε αυτές τις συνθήκες, η επιδότηση εγκατάστασης μπορεί να ανοίξει μια πόρτα, αλλά δεν αρκεί για να κρατήσει κάποιον μέσα στο επάγγελμα.
Τα χρήματα υπήρχαν, το ερώτημα είναι τι απέδωσαν εδώ βρίσκεται η πιο άβολη πλευρά της έκθεσης. Το πρόβλημα της αγροτικής διαδοχής στην Ελλάδα δεν εμφανίζεται ύστερα από μια περίοδο δημοσιονομικής εγκατάλειψης. Εμφανίζεται όταν προς την ελληνική γεωργία κατευθύνθηκαν και εξακολουθούν να κατευθύνονται μεγάλοι ευρωπαϊκοί και εθνικοί πόροι. Για την ΚΑΠ 2023, 2027, το ελληνικό Στρατηγικό Σχέδιο προέβλεπε συνολικό προϋπολογισμό 13,48 δισ. ευρώ, με 9,62 δισ. ευρώ στις άμεσες ενισχύσεις και 3,64 δισ. ευρώ στην αγροτική ανάπτυξη. Μόνο για τους νέους γεωργούς προβλέπονται 590 εκατ. ευρώ από τον Πυλώνα 2, ενώ η δημογραφική ανανέωση απορροφά 5,5% των πόρων, πάνω από το ελάχιστο 3% που προβλέπει το ευρωπαϊκό πλαίσιο.
Άρα το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν υπήρχαν χρήματα. Είναι αν τα χρήματα έγιναν πραγματική παραγωγή. Αν έγιναν νέοι που έμειναν στο χωράφι, εκμεταλλεύσεις που άντεξαν, γη που αξιοποιήθηκε, επενδύσεις που μείωσαν το κόστος και όχι απλώς φάκελοι που εγκρίθηκαν. Και αυτό είναι το ερώτημα που πρέπει να τεθεί τώρα, με ακόμη μεγαλύτερη πίεση, στη νέα Επιτροπή του ΠΑΑ, που ξεκίνησε επίσημα από την Αλεξανδρούπολη και συνεχίζει την Τρίτη στους Δελφούς. Αν στην επόμενη περίοδο έρθουν ξανά πόροι αντίστοιχης κλίμακας, η χώρα δεν μπορεί να αρκεστεί στην απορρόφηση. Πρέπει να απαντήσει τι παραγωγική βάση θέλει να χτίσει.
Για την περίοδο 2023, 2027, το ελληνικό Στρατηγικό Σχέδιο της ΚΑΠ προέβλεπε συνολική δημόσια χρηματοδότηση περίπου 14,37 δισ. ευρώ, με τον κύριο όγκο να αφορά τις άμεσες ενισχύσεις και την αγροτική ανάπτυξη. Για τους νέους αγρότες προβλέπονταν επίσης σημαντικά κονδύλια, άνω των 730 εκατ. ευρώ, μαζί με στήριξη εγκατάστασης, εκπαίδευση, συμβουλευτική και συμπληρωματική εισοδηματική ενίσχυση.
Και όμως, η Ελλάδα παραμένει στη ζώνη υψηλού προβλήματος. Αυτό είναι το ουσιαστικό πολιτικό συμπέρασμα. Δεν έλειψαν μόνο τα χρήματα. Έλειψε, ή δεν αποδείχθηκε επαρκώς, η μετατροπή τους σε πραγματική γεωργία. Σε βιώσιμες εκμεταλλεύσεις. Σε παραγωγούς που μένουν. Σε γη που αξιοποιείται. Σε συνεργατικά σχήματα που αντέχουν. Σε επενδύσεις που μειώνουν το κόστος και δεν προσθέτουν απλώς υποχρεώσεις.
Για χρόνια, η ελληνική διοίκηση έμαθε να μιλά τη γλώσσα της απορρόφησης. Πόσα εγκρίθηκαν, πόσα πληρώθηκαν, πόσοι εντάχθηκαν. Αυτή η γλώσσα είναι αναγκαία για τους πίνακες, αλλά ανεπαρκής για την παραγωγή. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πόσοι νέοι αγρότες μπήκαν σε ένα πρόγραμμα. Είναι πόσοι έμειναν αγρότες μετά το πρόγραμμα.
Η νέα ΚΑΠ 2023, 2027 διαθέτει ακόμη μεγαλύτερη πολιτική φιλοδοξία. Τα κράτη μέλη οφείλουν να κατευθύνουν τουλάχιστον 3% του φακέλου άμεσων ενισχύσεων στους νέους αγρότες, ενώ σε επίπεδο ΕΕ η προγραμματισμένη δημόσια στήριξη για την ανανέωση των γενεών φθάνει τα 8,5 δισ. ευρώ, με στόχο περίπου 380.000 νέους δικαιούχους.
Αλλά αν η νέα περίοδος επαναλάβει τη λογική της προηγούμενης, η χώρα θα έχει ξοδέψει περισσότερα χωρίς να έχει απαντήσει στο βασικό ερώτημα. Ποιος θα καλλιεργεί σε δέκα χρόνια. Ποιος θα κρατήσει την κτηνοτροφία στις δύσκολες περιοχές. Ποιος θα παράγει πρώτη ύλη για τη μεταποίηση. Ποιος θα επενδύσει σε τεχνολογία, όταν ακόμη παλεύει με τη γη, το κόστος και τη ρευστότητα.
Το κόστος της αποτυχίας δεν θα φανεί σε έναν προϋπολογισμό αλλά δυστυχώς Θα φανεί σε χωράφια που θα εγκαταλείπονται, σε εκμεταλλεύσεις που θα κλείνουν χωρίς διάδοχο, σε συνεταιρισμούς που θα χάνουν μέλη, σε μεταποιητικές επιχειρήσεις που θα δυσκολεύονται να βρουν σταθερή πρώτη ύλη, σε περιοχές που θα γερνούν χωρίς παραγωγική προοπτική.
Η έκθεση συνδέει την αδύναμη ανανέωση των γενεών με εγκατάλειψη γεωργικής γης, απώλεια αγροτικής απασχόλησης, χαμηλότερη ανθεκτικότητα των τοπικών οικονομιών και δυσκολότερη προσαρμογή της γεωργίας στις απαιτήσεις της επισιτιστικής ασφάλειας και της περιβαλλοντικής μετάβασης.
Δυστυχώς η Ελλάδα δεν χρειάζεται απλώς άλλο ένα πρόγραμμα νέων αγροτών. Χρειάζεται πολιτική διαδοχής με γη, χρηματοδότηση, γνώση, αγορά και έλεγχο αποτελέσματος. Όχι μόνο ποιος πήρε την ενίσχυση, αλλά ποιος παρήγαγε μετά από αυτήν.
Η έκθεση των Βρυξελλών κάνει επίσημο αυτό που η ύπαιθρος ψιθυρίζει εδώ και χρόνια το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι οι νέοι δεν πηγαίνουν στα χωράφια. Είναι ότι το κράτος και η αγορά δεν έχουν ακόμη αποδείξει πως μπορούν να τους κρατήσουν εκεί.