Rabobank: Νέο κύμα ακρίβειας στα τρόφιμα απειλεί τις ΗΠΑ

Η άνοδος των τιμών ενέργειας και οι γεωπολιτικές εντάσεις ενδέχεται να οδηγήσουν τον πληθωρισμό τροφίμων έως και στο 6% στο β΄ εξάμηνο του 2026 και μέσα στο 2027

Νέες πληθωριστικές πιέσεις στην αμερικανική αγορά τροφίμων βλέπει η Rabobank North America, προειδοποιώντας ότι η ακρίβεια στα τρόφιμα στις Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να κινηθεί ακόμη υψηλότερα τους επόμενους μήνες. Σύμφωνα με την ανάλυση της RaboResearch, οι τιμές των τροφίμων ενδέχεται να αυξηθούν έως και κατά 6% στο δεύτερο εξάμηνο του 2026 και μέσα στο 2027, κυρίως λόγω της εκτίναξης του ενεργειακού κόστους που τροφοδοτείται από γεωπολιτικές εντάσεις.

Η RaboResearch προβλέπει ότι ο συνολικός πληθωρισμός τροφίμων στις ΗΠΑ θα διαμορφωθεί στο 4% έως 6% στο τέλος του 2026, με μικρή αποκλιμάκωση στο 3% έως 5% για το σύνολο του 2027.

Στην έκθεση με τίτλο «Energy Shock Waves: US Food and Inflation Risk in 2026-27», που δημοσιεύθηκε στις 22 Μαΐου, επισημαίνεται ότι οι τρέχουσες γεωπολιτικές και ενεργειακές εξελίξεις αυξάνουν τον κίνδυνο παρατεταμένων ανατιμήσεων σε ολόκληρο το αμερικανικό σύστημα τροφίμων. Ως άμεσος καταλύτης αναφέρεται η πίεση στο κόστος ενέργειας που συνδέεται με το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ.

Σύμφωνα με τη Rabobank, ο κίνδυνος για υψηλότερες τιμές τροφίμων στις ΗΠΑ αυξάνεται γρήγορα, καθώς οι οικονομικές πιέσεις από τον πόλεμο στο Ιράν επηρεάζουν βασικούς παράγοντες κόστους. Οι αυξημένες και ευμετάβλητες τιμές ενέργειας μεταφέρονται σε όλη την αλυσίδα: από την παραγωγή λιπασμάτων και τις αγροτικές εργασίες έως τις μονάδες μεταποίησης, την ψυχόμενη αποθήκευση, τις μεταφορές και τη συσκευασία.

Η Rabobank περιγράφει μια νέα φάση πληθωρισμού κόστους, διαφορετική από το κύμα ανατιμήσεων που ακολούθησε την πανδημία την περίοδο 2021-22. Αυτή τη φορά, η ζήτηση δεν αναμένεται να είναι ο βασικός παράγοντας που θα ωθήσει τις τιμές προς τα πάνω. Αντίθετα, η πιο αδύναμη καταναλωτική δυναμική πιθανότατα θα περιορίσει την τιμολογιακή ισχύ των επιχειρήσεων, μεταφέροντας μεγαλύτερο βάρος στα περιθώρια κέρδους και στο μείγμα προϊόντων των εταιρειών τροφίμων και ποτών.

Στο επίπεδο της αγροτικής παραγωγής, τα λιπάσματα αποτελούν βασική πηγή πίεσης. Όπως σημειώνει η RaboResearch, ορισμένα αγροχημικά μπορούν να ακριβύνουν γρήγορα όταν ανεβαίνουν οι τιμές της ενέργειας, αυξάνοντας το κόστος παραγωγής για τους αγρότες και επηρεάζοντας δυνητικά και τις αποδόσεις.

Η αλυσίδα επιπτώσεων είναι σαφής: ακριβότερες εισροές αυξάνουν το κόστος καλλιέργειας σιτηρών και ελαιούχων σπόρων, γεγονός που ανεβάζει την τιμή των ζωοτροφών. Με τη σειρά τους, οι υψηλότερες τιμές ζωοτροφών και λειτουργικών δαπανών αυξάνουν το κόστος παραγωγής κρέατος και γαλακτοκομικών προϊόντων.

Στις αγορές φρέσκων προϊόντων, οι πιέσεις δεν εκδηλώνονται τόσο ως γενικευμένες ελλείψεις, αλλά κυρίως ως έντονες, τοπικές αυξήσεις τιμών. Οι κατηγορίες που απαιτούν περισσότερη εργασία και σύνθετη εφοδιαστική αλυσίδα εμφανίζονται πιο ευάλωτες, καθώς επηρεάζονται από το υψηλότερο κόστος λιπασμάτων, καυσίμων και μεταφορών.

Πιέσεις καταγράφονται και στον κλάδο των αρτοσκευασμάτων. Η Rabobank επισημαίνει ότι, παρότι η προσφορά παραμένει γενικά επαρκής, οι πρώτες ύλες του κλάδου αντιμετωπίζουν αυξανόμενο μεσοπρόθεσμο πληθωριστικό κίνδυνο. Το σιτάρι και το αλεύρι επηρεάζονται ολοένα περισσότερο από το αυξημένο κόστος εισροών, την αβεβαιότητα στο εμπόριο και τις διαρθρωτικές αλλαγές στη δυναμικότητα άλεσης στις ΗΠΑ.

Παράλληλα, οι αγορές ζάχαρης ενδέχεται να παρουσιάσουν μεταβολές στην πορεία, ενώ τα φυτικά έλαια εμφανίζουν τον πιο ξεκάθαρο ανοδικό κίνδυνο, λόγω της στενής σύνδεσής τους με τις ενεργειακές αγορές και τη ζήτηση για βιοκαύσιμα.

Στην πλευρά των καταναλωτών, η RaboResearch εκτιμά ότι η αντίδραση στο νέο κύμα αυξήσεων θα είναι αισθητά πιο αδύναμη σε σχέση με την περίοδο μετά την πανδημία. Τότε, τα αυξημένα αποταμιευτικά αποθέματα βοήθησαν τα νοικοκυριά να απορροφήσουν τις ανατιμήσεις και, σε αρκετές κατηγορίες, επέτρεψαν νέες αυξήσεις τιμών. Σήμερα, αυτό το «μαξιλάρι» έχει σε μεγάλο βαθμό εξαντληθεί.

Ως αποτέλεσμα, η ζήτηση αναμένεται να λειτουργήσει περισσότερο ως φρένο. Οι καταναλωτές είναι πιθανό να στραφούν σε φθηνότερες επιλογές, μικρότερα καλάθια αγορών, περισσότερες προσφορές και προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας.

Η Rabobank βλέπει επίσης πιο έντονη διαφοροποίηση στην κατανάλωση, με τις πιέσεις να πλήττουν δυσανάλογα τα χαμηλότερα και μεσαία εισοδήματα. Τα νοικοκυριά υψηλότερου εισοδήματος μπορούν συχνότερα να διατηρούν τις δαπάνες τους και να προσαρμόζονται εντός premium κατηγοριών. Αντίθετα, οι καταναλωτές χαμηλότερου εισοδήματος αντιδρούν ταχύτερα, αναζητώντας φθηνότερα προϊόντα, εκπτωτικά κανάλια και περισσότερες προσφορές.

Για τις επιχειρήσεις τροφίμων και ποτών, η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς αυξάνει τον κίνδυνο υποχώρησης των όγκων πωλήσεων σε βασικές και πιο ευαίσθητες κατηγορίες, ακόμη και αν τα σημερινά επίπεδα τιμών διατηρηθούν.