Οι χαμηλές τιμές στην Ιταλία δείχνουν τον κίνδυνο που αντιμετωπίζει και η Ελλάδα, με το σκληρό σιτάρι να κινείται κοντά στο κόστος ή και κάτω από αυτό.
Η αγορά του σκληρού σιταριού εισέρχεται σε μια περίοδο αυξημένης πίεσης για τις μεσογειακές παραγωγικές ζώνες. Η εικόνα που καταγράφεται στη Σικελία δεν αφορά μόνο μια περιφερειακή διόρθωση τιμών, αλλά αποτυπώνει μια ευρύτερη ανισορροπία ανάμεσα στην αξία πώλησης του προϊόντος και στο κόστος παραγωγής. Σε μια καλλιέργεια που παραμένει κρίσιμη για τη βιομηχανία ζυμαρικών, την αγροτική οικονομία και τη διατροφική αυτάρκεια της Μεσογείου, η σημερινή πτώση των τιμών δημιουργεί πλέον ζήτημα βιωσιμότητας.
Στις νησιωτικές περιοχές της Ιταλίας, όπου εντάσσεται και η Σικελία, το σκληρό σιτάρι κινείται περίπου στα 23 λεπτά το κιλό, δηλαδή κοντά στα 230 ευρώ ο τόνος. Την ίδια ώρα, στη Βόρεια Ιταλία οι καλύτερες ποιότητες, με υψηλή πρωτεΐνη, καλό ειδικό βάρος και ισχυρότερα εμπορικά χαρακτηριστικά, μπορούν να φθάσουν κοντά στα 29 με 30 λεπτά το κιλό. Η διαφορά αυτή δείχνει ότι η αγορά δεν αποτιμά πλέον ενιαία το σιτάρι, αλλά τιμολογεί αυστηρότερα την ποιότητα, τη σταθερότητα και τη δυνατότητα αξιοποίησης από τη μεταποίηση.
Το βασικό πρόβλημα για τον παραγωγό είναι ότι σε αρκετές περιοχές η τιμή έχει περάσει κάτω από το κόστος. Στην Ιταλία, σε ζώνες όπως η Σικελία, η Πούλια και η Μπασιλικάτα, το κόστος παραγωγής υπολογίζεται περίπου στα 300 με 320 ευρώ ο τόνος. Αυτό σημαίνει ότι ένας παραγωγός μπορεί να διαθέτει στην αγορά προϊόν στα 230 ευρώ, ενώ το κόστος για την παραγωγή του ξεπερνά τα 300 ευρώ. Η διαφορά αυτή δεν περιορίζει απλώς το περιθώριο κέρδους. Διαβρώνει το κεφάλαιο της εκμετάλλευσης και μειώνει τη δυνατότητα επένδυσης στην επόμενη καλλιεργητική περίοδο.
Η εικόνα αυτή έχει άμεση σημασία και για την Ελλάδα. Στην ελληνική αγορά, το σκληρό σιτάρι κινείται σε αρκετές περιοχές κοντά στα 22 με 24 λεπτά το κιλό, δηλαδή σε επίπεδα αντίστοιχα με εκείνα της Σικελίας. Παράλληλα, το κόστος παραγωγής παραμένει υψηλό, καθώς καύσιμα, λιπάσματα, σπόροι, φυτοπροστασία, εργατικά, μηχανήματα, ενοίκια γης και χρηματοδότηση εξακολουθούν να επιβαρύνουν σημαντικά την τελική εξίσωση της καλλιέργειας.
Το κρίσιμο ζήτημα, επομένως, είναι η απόκλιση ανάμεσα στην τιμή πώλησης και στο κόστος παραγωγής. Όταν το προϊόν πληρώνεται κοντά στα 22 με 24 λεπτά το κιλό και το κόστος κινείται αισθητά υψηλότερα, η καλλιέργεια παύει να λειτουργεί με όρους κανονικής οικονομικής απόδοσης. Ο παραγωγός περιορίζει εισροές, αναβάλλει επενδύσεις, μειώνει καλλιεργητικές φροντίδες και τελικά κινδυνεύει να παραδώσει προϊόν χαμηλότερης ποιότητας, γεγονός που οδηγεί σε νέα πίεση των τιμών.
Αυτός ο κύκλος μπορεί να έχει ευρύτερες συνέπειες για την ύπαιθρο. Λιγότερη λίπανση, χαμηλότερη ποιότητα, περιορισμένη ρευστότητα και ασθενέστερη διαπραγματευτική θέση δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο οι μικρότερες και μεσαίες εκμεταλλεύσεις δυσκολεύονται να παραμείνουν ανταγωνιστικές. Αν η πίεση συνεχιστεί, το αποτέλεσμα δεν θα αποτυπωθεί μόνο στους τιμοκαταλόγους, αλλά και σε λιγότερα καλλιεργούμενα στρέμματα και σταδιακή αποχώρηση παραγωγών από την καλλιέργεια.
Ωστόσο, η απάντηση δεν μπορεί να είναι η απλή αναμονή μιας ευνοϊκότερης αγοράς. Η ελληνική παραγωγή σκληρού σιταριού χρειάζεται σαφή ποιοτική στόχευση, υψηλή πρωτεΐνη, καλό ειδικό βάρος, καθαρές και ομοιογενείς παρτίδες, δυνατότητα αποθήκευσης και ισχυρότερη συλλογική διαπραγμάτευση. Μόνο έτσι το προϊόν μπορεί να αποκτήσει καλύτερη θέση στην αγορά και να μην εξαρτάται αποκλειστικά από τη συγκυρία της συγκομιδής.
Το κρίσιμο ζητούμενο είναι να περάσει το σκληρό σιτάρι από τη λογική του προϊόντος όγκου στη λογική του προϊόντος ποιότητας. Διαφορετικά, η σημερινή πίεση στις τιμές δεν θα είναι ένα προσωρινό επεισόδιο της αγοράς, αλλά ένδειξη μιας βαθύτερης υποχώρησης της παραγωγικής βάσης στην ελληνική ύπαιθρο.