Η επισιτιστική ασφάλεια της Ευρώπης στη σκιά του κόστους και των γεωπολιτικών κινδύνων
Η νέα αποτύπωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την επισιτιστική ασφάλεια στην ΕΕ δείχνει μια αγορά που δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα φυσικής έλλειψης τροφίμων, αλλά κινείται πλέον σε πιο εύθραυστο περιβάλλον, με το κόστος εισροών, τα ακραία καιρικά φαινόμενα και την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών να καθορίζουν το επίπεδο κινδύνου.
Σύμφωνα με την έκθεση State of Food Security in the EU, την οποία κατάρτισε η Γενική Διεύθυνση Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο πλαίσιο του μηχανισμού EFSCM, η συνολική εικόνα της ευρωπαϊκής αγοράς τροφίμων παραμένει ελεγχόμενη, αλλά σαφώς πιο πιεσμένη σε σχέση με προηγούμενες αξιολογήσεις. Η έρευνα, που πραγματοποιήθηκε μεταξύ Μαρτίου και Απριλίου 2026, βασίστηκε σε 36 γραπτές απαντήσεις από κράτη μέλη, εθνικές αρχές εκτός ΕΕ και οργανώσεις της αλυσίδας τροφίμων.
Το βασικό εύρημα είναι ότι οι κίνδυνοι για την τροφοδοσία τροφίμων στην Ευρώπη αξιολογούνται ως μέτριοι, με μέσο δείκτη 5,4 στα 10. Στην κορυφή των ανησυχιών βρίσκονται τα υψηλά επίπεδα κόστους εισροών και η μεταβλητότητα των τιμών εισροών, ιδίως σε λιπάσματα, ηλεκτρική ενέργεια και κτηνιατρικές δαπάνες. Η Επιτροπή καταγράφει ότι η αύξηση ή η αβεβαιότητα στις τιμές των εισροών μπορεί να περιορίσει τη χρήση τους, επηρεάζοντας τελικά τις αποδόσεις και την αγροτική παραγωγή.
Δίπλα στο κόστος τοποθετούνται τα ακραία καιρικά φαινόμενα, τα οποία εμφανίζονται ως ένας από τους πιο σημαντικούς παράγοντες κινδύνου για τη φυσική διαθεσιμότητα τροφίμων. Η ξηρασία στη Νότια Ευρώπη, οι έντονες βροχοπτώσεις στην Κεντρική Ευρώπη και η πίεση στα παράθυρα σποράς και συγκομιδής αυξάνουν την αστάθεια τόσο στη φυτική όσο και στη ζωική παραγωγή.
Ιδιαίτερη θέση στην έκθεση έχει και η εξάρτηση από εισαγωγές. Οι συμμετέχοντες δεν την περιορίζουν στα τρόφιμα, αλλά την επεκτείνουν στις ζωοτροφές, στα λιπάσματα, στα ανταλλακτικά μηχανημάτων και στη συσκευασία. Η λειτουργία της εφοδιαστικής αλυσίδας συνδέεται άμεσα με τις μεταφορές, τα logistics και τις τιμές ενέργειας, καθώς η έγκαιρη μετακίνηση προϊόντων θεωρείται πλέον εξίσου κρίσιμη με την ίδια την παραγωγή.
Στο επίπεδο της επισιτιστικής ασφάλειας, δηλαδή της οικονομικής πρόσβασης των πολιτών στα τρόφιμα, ο κίνδυνος αξιολογείται επίσης ως μέτριος, με μέσο δείκτη 5,8 στα 10. Εδώ η μεγαλύτερη ανησυχία δεν είναι η απουσία τροφίμων από την αγορά, αλλά η δυνατότητα των νοικοκυριών, ιδίως των χαμηλότερων εισοδημάτων, να αγοράζουν επαρκή και ποιοτικά τρόφιμα.
Η ακρίβεια στα τρόφιμα παραμένει το κεντρικό ζήτημα. Η έκθεση σημειώνει ότι σε προηγούμενα έτη οι τιμές τροφίμων αυξάνονταν ταχύτερα από τον γενικό πληθωρισμό, επιβαρύνοντας την προσιτότητα. Αν και οι πρόσφατες τάσεις δείχνουν μεγαλύτερη ευθυγράμμιση των αυξήσεων μεταξύ των περισσότερων κατηγοριών τροφίμων, οι πιέσεις δεν έχουν εξαφανιστεί. Οι κατηγορίες των ελαίων και λιπών και της ζάχαρης εμφανίζουν διαφορετική πορεία, καθώς καταγράφουν αποκλιμάκωση μετά τις προηγούμενες κορυφώσεις τους.
Η Επιτροπή καταγράφει επίσης τον κίνδυνο της καθυστερημένης ή άνισης μετακύλισης τιμών κατά μήκος της αλυσίδας τροφίμων. Το φαινόμενο αυτό μπορεί να πιέσει ταυτόχρονα παραγωγούς και καταναλωτές, όταν οι αυξήσεις στο ράφι και το κόστος στο χωράφι δεν κινούνται με τον ίδιο ρυθμό. Παράλληλα, η στροφή των καταναλωτών σε φθηνότερες επιλογές, από εκπτωτικές αλυσίδες έως προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας ή φθηνότερες πρωτεΐνες, καταγράφεται ως ένδειξη πίεσης στην κατανάλωση και πιθανός παράγοντας υποβάθμισης της διατροφικής ποικιλίας.
Σε σχέση με την αξιολόγηση του φθινοπώρου του 2025, η νέα εικόνα είναι πιο επιφυλακτική. Για την τροφοδοσία τροφίμων, η πλειονότητα των απαντήσεων μετακινήθηκε από το επίπεδο χαμηλού έως μέτριου κινδύνου στο επίπεδο μέτριου κινδύνου. Για την επισιτιστική ασφάλεια, το ποσοστό των απαντήσεων που έβλεπαν χαμηλό έως μέτριο κίνδυνο μειώθηκε κατά 13 ποσοστιαίες μονάδες. Οι απαντήσεις που κατατάσσουν τον κίνδυνο ως υψηλό αυξήθηκαν κατά 21 ποσοστιαίες μονάδες για την τροφοδοσία και κατά 20 ποσοστιαίες μονάδες για την επισιτιστική ασφάλεια, φθάνοντας στο 23% και στο 25% αντίστοιχα.
Το γεωπολιτικό περιβάλλον προσθέτει νέα στρώματα αβεβαιότητας. Η έκθεση αναφέρεται στη συνέχιση ή πιθανή κλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, στους κινδύνους αναδρομολόγησης πλοίων, στις αυξήσεις τιμών ενέργειας και λιπασμάτων, καθώς και στις ελλείψεις εισροών και υλικών στα οποία η ΕΕ είναι καθαρός εισαγωγέας. Παράλληλα, η συνέχιση του πολέμου της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας παραμένει παράγοντας αστάθειας για τις αγορές σιτηρών και λιπασμάτων.
Στο σκέλος του εμπορίου, η Επιτροπή εξετάζει τη διαφοροποίηση των εμπορικών εταίρων ως στοιχείο ανθεκτικότητας. Συνολικά, οι εισαγωγές αγροδιατροφικών προϊόντων της ΕΕ θεωρούνται αρκετά διαφοροποιημένες, καθώς οι τρεις μεγαλύτερες πηγές, Βραζιλία, Ηνωμένο Βασίλειο και Ηνωμένες Πολιτείες, αντιπροσωπεύουν αντίστοιχα 10%, 8% και 7% της συνολικής αξίας εισαγωγών το 2025. Ωστόσο, σε επίπεδο προϊόντος εντοπίζονται συγκεκριμένες εξαρτήσεις.
Από 762 αγροδιατροφικά προϊόντα που εξετάστηκαν, η ΕΕ ήταν καθαρός εισαγωγέας σε 352. Από αυτά, 94 προϊόντα είχαν μέτρια συγκεντρωμένες εισαγωγές και 161 προϊόντα υψηλά συγκεντρωμένες εισαγωγές, περιλαμβανομένων 65 προϊόντων για τα οποία και η παγκόσμια προσφορά εμφανίζεται συγκεντρωμένη. Σε αξία, το 61% των εισαγωγών, δηλαδή 114,4 δισ. ευρώ, αφορά προϊόντα χαμηλού κινδύνου εξάρτησης, ενώ το 21%, δηλαδή 40,3 δισ. ευρώ, αφορά προϊόντα με μέτρια συγκέντρωση και το 18%, δηλαδή 34,1 δισ. ευρώ, προϊόντα με υψηλή συγκέντρωση.
Οι κατηγορίες με μεγαλύτερη έκθεση σε κινδύνους εισαγωγικής εξάρτησης είναι τα φρούτα και οι ξηροί καρποί, τα φυτικά έλαια και τα παρασκευάσματα φρούτων, ξηρών καρπών και λαχανικών. Στα σιτηρά, στους ελαιούχους σπόρους και στις πρωτεϊνούχες καλλιέργειες, οι εισαγωγές εμφανίζονται κυρίως μέτρια συγκεντρωμένες.
Στις εξαγωγές, η εικόνα είναι πιο ισορροπημένη. Οι βασικοί προορισμοί των ευρωπαϊκών εξαγωγών αγροδιατροφικών προϊόντων είναι το Ηνωμένο Βασίλειο με 23%, οι Ηνωμένες Πολιτείες με 12% και η Ελβετία με 6% της συνολικής αξίας εξαγωγών το 2025. Οι εξαγωγικές εξαρτήσεις θεωρούνται πιο περιορισμένες, αν και η Επιτροπή εντοπίζει μεγαλύτερη έκθεση σε κατηγορίες όπως το χοιρινό κρέας, τα πουλερικά και αυγά, τα λαχανικά και τα καπνικά προϊόντα.
Στις αγροτικές εισροές, η εικόνα είναι πιο ευαίσθητη. Η ΕΕ ήταν καθαρός εξαγωγέας σε φυτοπροστατευτικά προϊόντα και στο μεγαλύτερο μέρος των μηχανημάτων, αλλά καθαρός εισαγωγέας στα περισσότερα λιπάσματα και πρόσθετα ζωοτροφών. Για τα πρόσθετα ζωοτροφών, οι εισαγωγές εμφανίζονται υψηλά συγκεντρωμένες σε πολλές βιταμίνες. Στα λιπάσματα, οι περισσότερες εισαγωγές το 2025 ήταν μέτρια συγκεντρωμένες, μεταξύ άλλων στα αζωτούχα, τα καλιούχα και τα φωσφορικά προϊόντα, ενώ ορισμένες κατηγορίες μικτών και φωσφορικών λιπασμάτων εμφανίζονται υψηλά συγκεντρωμένες.
Η Επιτροπή αναφέρει ότι θα συνεχίσει την παρακολούθηση των εμπορικών ροών και της διαφοροποίησης των εταίρων, τόσο στα αγροδιατροφικά προϊόντα όσο και στις κρίσιμες εισροές, με ιδιαίτερη έμφαση στις εμπορικές εξαρτήσεις που μπορούν να εξελιχθούν σε ευπάθειες μέσα σε ένα γεωπολιτικά ασταθές περιβάλλον.