Το ΣΔΟΕ ακολουθεί τον σπόρο από το τιμολόγιο έως το χωράφι
Αναστάτωση σε γεωπονικά καταστήματα και παραγωγούς, καθώς οι ελεγκτικές αρχές αναζητούν τιμολόγια, παρτίδες, καρτελάκια πιστοποίησης και στοιχεία που συνδέουν τις ποσότητες σπόρων με τις δηλωμένες καλλιέργειες
Έντονη αναστάτωση έχει προκαλέσει στην αγροτική αγορά του Έβρου και της Θεσσαλίας η διενέργεια ελέγχων που, σύμφωνα με πληροφορίες οι οποίες έχουν περιέλθει στο Agrocapital από γεωπονικά γραφεία των δύο περιοχών, επικεντρώνονται στην προέλευση και στην πλήρη ιχνηλασιμότητα των σπόρων που χρησιμοποιήθηκαν στις καλλιέργειες.
Οι έλεγχοι δεν φαίνεται να περιορίζονται στην απλή διαπίστωση της ύπαρξης ενός φορολογικού παραστατικού. Η εικόνα που μεταφέρεται είναι εκείνη μιας ευρύτερης διαδικασίας διασταύρωσης, η οποία επιχειρεί να ακολουθήσει τη διαδρομή του σπόρου από την εταιρεία εμπορίας ή παραγωγής, στο γεωπονικό κατάστημα, από εκεί στον αγρότη και, τελικά, στο χωράφι στο οποίο δηλώθηκε ότι πραγματοποιήθηκε η σπορά.
Στο επίκεντρο βρίσκονται τα τιμολόγια αγοράς και πώλησης, τα δελτία αποστολής, οι ποσότητες που διακινήθηκαν, οι αριθμοί παρτίδας και τα επίσημα καρτελάκια των σάκων. Παράλληλα, αναζητείται η αντιστοιχία ανάμεσα στις ποσότητες που εμφανίζονται στα παραστατικά και στις εκτάσεις που δηλώθηκαν ως καλλιεργούμενες.
Με απλά λόγια, οι ελεγκτές φέρεται να εξετάζουν εάν ο σπόρος που τιμολογήθηκε από μια εταιρεία πέρασε πράγματι στα βιβλία του γεωπονικού καταστήματος, εάν παραδόθηκε στον συγκεκριμένο παραγωγό και εάν η ποσότητα που αγοράστηκε είναι συμβατή με τα στρέμματα και το είδος της καλλιέργειας που θα δηλωθούν.
Παράλληλα, οι σποροπαραγωγικές επιχειρήσεις και οι επιχειρήσεις εμπορίας πολλαπλασιαστικού υλικού τύπου Α και Β υποχρεούνται να δηλώνουν τα αποθέματα πιστοποιημένων σπόρων που κατέχουν στα τέλη Ιανουαρίου και Ιουνίου κάθε έτους. Η υποχρέωση αυτή δημιουργεί ακόμη ένα επίπεδο σύγκρισης ανάμεσα στα δηλωμένα αποθέματα, στις αγορές, στις πωλήσεις και στις ποσότητες που τελικά έφθασαν στους παραγωγούς.
Για τα γεωπονικά καταστήματα, η μεγαλύτερη δυσκολία βρίσκεται στην ανάγκη να ανακτηθούν και να συνδεθούν στοιχεία που ενδέχεται να βρίσκονται σε διαφορετικά αρχεία. Ένα παραστατικό μπορεί να έχει εκδοθεί από την εταιρεία σπόρων, η παράδοση να πραγματοποιήθηκε μέσω αποθήκης ή μεταφορικής και η τελική διάθεση να αφορά περισσότερους από έναν παραγωγούς.
Αντίστοιχα, σε επίπεδο αγρότη, μπορεί να ζητηθεί να αποδειχθεί όχι μόνο η αγορά του σπόρου, αλλά και η σχέση της ποσότητας με την καλλιέργεια. Για ορισμένες συνδεδεμένες ενισχύσεις, άλλωστε, προβλέπεται η προσκόμιση τιμολογίων πιστοποιημένου σπόρου, ενώ σε περίπτωση απώλειας του αρχικού παραστατικού μπορούν υπό προϋποθέσεις να χρησιμοποιηθούν θεωρημένα αντίγραφα από τον προμηθευτή.
Κάθε σακί σπόρου πρέπει να μπορεί να συνδεθεί με συγκεκριμένη παρτίδα, συγκεκριμένο παραστατικό, συγκεκριμένο αγοραστή και συγκεκριμένη καλλιέργεια. Οποιοδήποτε κενό σε αυτή την αλυσίδα μπορεί να ανοίξει έναν δεύτερο κύκλο ελέγχου, όχι μόνο για εκείνον που πούλησε τον σπόρο, αλλά και για εκείνον που τον αγόρασε και τον δήλωσε.