Περισσότερη παραγωγή, αλλά περιορισμένη άνοδος προστιθέμενης αξίας
Η πιθανή ένταξη της Ουκρανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα άλλαζε αισθητά τον αγροτικό χάρτη της Ευρώπης, όχι όμως και με τον τρόπο που θα υποδείκνυε το τεράστιο μέγεθος της ουκρανικής γεωργίας.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις αναλυτών της Rabobank, η Ουκρανία θα γινόταν το μεγαλύτερο κράτος-μέλος ως προς τη γεωργική έκταση, προσθέτοντας περίπου 41 εκατ. εκτάρια καλλιεργήσιμης γης. Πρόκειται για αύξηση κατά 25% της συνολικής αγροτικής γης της ΕΕ.
Η συμβολή της, ωστόσο, στην αγροτική προστιθέμενη αξία της Ένωσης θα ήταν πολύ μικρότερη και δεν θα ξεπερνούσε το 4%. Η διαφορά αυτή αποδίδεται στο παραγωγικό μοντέλο της χώρας, το οποίο στηρίζεται κυρίως στα σιτηρά, στους ελαιούχους σπόρους και σε άλλα προϊόντα μεγάλης κλίμακας, με χαμηλότερη αξία σε σχέση με τα μεταποιημένα τρόφιμα και ποτά.
Με άλλα λόγια, η Ουκρανία θα έφερνε στην ευρωπαϊκή αγορά τεράστιους όγκους πρώτων υλών, χωρίς αντίστοιχα μεγάλη συνεισφορά σε προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Η είσοδος της ουκρανικής παραγωγής στην ενιαία αγορά εκτιμάται ότι θα αυξήσει την πίεση στις τιμές των σιτηρών και της ζάχαρης. Οι παραγωγοί των σημερινών κρατών-μελών θα κληθούν να ανταγωνιστούν μια χώρα με μεγάλη παραγωγική βάση και ισχυρή παρουσία στις διεθνείς αγορές.
Παράλληλα, αναμένεται να ενταθεί ο ανταγωνισμός για την κατανομή των ευρωπαϊκών ενισχύσεων. Το μέγεθος της ουκρανικής γεωργίας καθιστά δύσκολη την άμεση ενσωμάτωσή της στο υφιστάμενο σύστημα της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής.
Η Rabobank θεωρεί πιθανό να εφαρμοστεί ένα ειδικό μεταβατικό καθεστώς, ώστε η Ουκρανία να μην αποκτήσει από την πρώτη ημέρα πλήρη πρόσβαση στις ενισχύσεις και στα υπόλοιπα εργαλεία της ΚΑΠ.
Μια τέτοια εξέλιξη θα έδινε χρόνο στην ΕΕ να προσαρμόσει τον προϋπολογισμό και τους κανόνες της, περιορίζοντας παράλληλα τις απότομες ανατροπές για τους Ευρωπαίους παραγωγούς.
Φθηνότερες ζωοτροφές για την κτηνοτροφία
Η ένταξη της Ουκρανίας δεν θα δημιουργούσε μόνο πιέσεις. Η μεγαλύτερη διαθεσιμότητα σιτηρών και ελαιούχων σπόρων θα μπορούσε να μειώσει το κόστος των ζωοτροφών και να προσφέρει σημαντική ανάσα στην ευρωπαϊκή κτηνοτροφία.
Οφέλη θα μπορούσαν να προκύψουν και για τους εμπόρους και τις επιχειρήσεις μεταποίησης, καθώς θα είχαν πρόσβαση σε μεγαλύτερες ποσότητες πρώτων υλών και πιθανότατα σε χαμηλότερες τιμές.
Πιο αβέβαιες είναι οι επιπτώσεις στον τομέα των πουλερικών. Από τη μία πλευρά, η φθηνότερη διατροφή θα περιόριζε το κόστος εκτροφής. Από την άλλη, η αυξημένη προσφορά ουκρανικών προϊόντων θα μπορούσε να πιέσει τις τιμές πώλησης. Το τελικό ισοζύγιο θα εξαρτηθεί από το ποια από τις δύο τάσεις θα υπερισχύσει.
Η ανοικοδόμηση της ουκρανικής γεωργίας και της βιομηχανίας τροφίμων δημιουργεί παράλληλα ένα μεγάλο πεδίο επενδυτικών ευκαιριών.
Η χώρα θα χρειαστεί νέο εξοπλισμό, σύγχρονες τεχνολογίες, αγροτικές εισροές και εξειδικευμένη τεχνογνωσία. Ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στους συγκεκριμένους τομείς θα μπορούσαν να αποκτήσουν σημαντικό ρόλο στον εκσυγχρονισμό της παραγωγής και της μεταποίησης.
Σε στρατηγικό επίπεδο, η ένταξη της Ουκρανίας θα ενίσχυε την παραγωγική αυτάρκεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η μεγαλύτερη εγχώρια διαθεσιμότητα σιτηρών, ελαιούχων σπόρων και ζωοτροφών θα περιόριζε μέρος της εξάρτησης από τρίτες χώρες.
Η Rabobank εκτιμά, πάντως, ότι η εξάρτηση της ΕΕ από εισαγόμενα προϊόντα σόγιας θα εξακολουθήσει να αποτελεί πρόκληση.