Η ΚΑΠ μπροστά στον κίνδυνο των «27 ταχυτήτων»

"Πράσινες" υποχρεώσεις χωρίς νέα κονδύλια απειλούν τις επενδύσεις της ΚΑΠ

Η μη επαναφορά των οικολογικών σχημάτων και η απαίτηση για τα κράτη-μέλη που θα πρέπει να κατευθύνουν το 43% των πόρων της ΚΑΠ σε δράσεις με περιβαλλοντικό και κλιματικό χαρακτήρα, δημιουργούν νέες πιέσεις στους διαθέσιμους πόρους. Σύμφωνα με πηγές του Agrocapital, το βασικό ερώτημα που αναδύεται είναι εάν η νέα ΚΑΠ θα παραμείνει κοινή ευρωπαϊκή πολιτική ή θα μετατραπεί σε άθροισμα εθνικών επιλογών.

Η παράδοση της Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την Κύπρο στην Ιρλανδία, την 1η Ιουλίου, δεν αποτελεί απλώς μια θεσμική αλλαγή φρουράς. Συμπίπτει με μια καθοριστική στιγμή στις διαπραγματεύσεις για τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό της περιόδου 2028-2034 και, κυρίως, για τη θέση που θα καταλάβει η Κοινή Αγροτική Πολιτική στη νέα δημοσιονομική αρχιτεκτονική της Ευρώπης.

Η κυπριακή Προεδρία παραδίδει έναν φάκελο στον οποίο έχουν καταγραφεί οι βασικές διαφορές μεταξύ των κρατών-μελών και των ευρωπαϊκών θεσμών, χωρίς όμως να έχει διαμορφωθεί ακόμη ο αναγκαίος πολιτικός συμβιβασμός.

Στο επίκεντρο βρίσκεται όχι μόνο το ύψος της χρηματοδότησης, αλλά και η ίδια η φυσιογνωμία της ΚΑΠ. Εάν θα εξακολουθήσει να αποτελεί αυτοτελή κοινή πολιτική ή εάν θα ενσωματωθεί σταδιακά στα ευρύτερα εθνικά σχέδια, με διαφορετικούς κανόνες και διαφορετικές δυνατότητες εφαρμογής σε κάθε χώρα.

Σύμφωνα με πληροφορίες του Agrocapital που παρακολουθούν τις ευρωπαϊκές διαπραγματεύσεις, ένα από τα πλέον κρίσιμα ζητήματα είναι η απουσία πρόβλεψης για την επαναφορά των οικολογικών σχημάτων ως διακριτού και ισχυρά χρηματοδοτούμενου εργαλείου της νέας ΚΑΠ.

Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς τα κράτη-μέλη θα πρέπει παράλληλα να ανταποκριθούν στην απαίτηση για πράσινο αποτύπωμα στον προϋπολογισμό της αγροτικής πολιτικής.

Χωρίς ένα σαφές και αυτοτελές πλαίσιο οικολογικών σχημάτων, αρκετές χώρες ενδέχεται να υποχρεωθούν να μεταφέρουν περισσότερους ευρωπαϊκούς πόρους προς τις αγροπεριβαλλοντικές παρεμβάσεις και, σε πολλές περιπτώσεις, να αυξήσουν την εθνική συγχρηματοδότηση.

Πρακτικά, η "πράσινη φιλοδοξία" κινδυνεύει να χρηματοδοτηθεί από τους ήδη περιορισμένους πόρους της ίδιας της ΚΑΠ.

Η εξέλιξη αυτή, όπως αναφέρουν πηγές στο Agrocapital "δημιουργεί τον κίνδυνο μιας εσωτερικής ανακατανομής, στην οποία οι περιβαλλοντικές υποχρεώσεις θα ανταγωνίζονται άμεσα τις παραγωγικές επενδύσεις".

Η πίεση είναι πλέον απτή. Εφόσον δεν προβλεφθεί πρόσθετη χρηματοδότηση, η μεταφορά μεγαλύτερου μέρους του προϋπολογισμού προς τις περιβαλλοντικές δεσμεύσεις μπορεί να περιορίσει τα κονδύλια για τον εκσυγχρονισμό των γεωργικών εκμεταλλεύσεων, την ανανέωση του μηχανολογικού εξοπλισμού, την ψηφιοποίηση, τη γεωργία ακριβείας, την εξοικονόμηση νερού και ενέργειας, καθώς και την προσαρμογή της παραγωγής στις νέες κλιματικές συνθήκες.

Η Ευρώπη κινδυνεύει έτσι να αποδυναμώσει τον ίδιο τον επενδυτικό μηχανισμό που χρειάζεται για να επιτύχει τους περιβαλλοντικούς της στόχους.

Η πράσινη μετάβαση της γεωργίας δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο σε νέες υποχρεώσεις. Απαιτεί κεφάλαια, τεχνολογία, υποδομές και οικονομικά βιώσιμες εκμεταλλεύσεις.

Η συζήτηση γίνεται ακόμη πιο κρίσιμη σε μια περίοδο όπου οι Ευρωπαίοι αγρότες βρίσκονται αντιμέτωποι με υψηλότερα κόστη παραγωγής, αυξανόμενη κλιματική αστάθεια και πιο έντονο ανταγωνισμό σε διεθνές επίπεδο.

Η επιβολή πρόσθετων περιβαλλοντικών απαιτήσεων χωρίς αντίστοιχη ενίσχυση των επενδυτικών εργαλείων μπορεί να διευρύνει τις ανισότητες μεταξύ των κρατών-μελών.

Οι χώρες με μεγαλύτερη δημοσιονομική δυνατότητα θα μπορούν να στηρίζουν τις αγροτικές τους εκμεταλλεύσεις μέσω αυξημένης εθνικής συγχρηματοδότησης. Αντίθετα, τα κράτη με περιορισμένα περιθώρια στον εθνικό τους προϋπολογισμό θα δυσκολεύονται να ακολουθήσουν.

Μια πολιτική που δημιουργήθηκε για να εξασφαλίζει κοινούς όρους στήριξης κινδυνεύει να οδηγήσει σε διαφορετικές ταχύτητες και σε άνισες συνθήκες ανταγωνισμού.

Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην κατανομή των πόρων. Συνδέεται και με τη διεύρυνση της εθνικής ευελιξίας, η οποία μπορεί να οδηγήσει στη διαμόρφωση 27 διαφορετικών συστημάτων εφαρμογής και αιρεσιμότητας.

Κάθε κράτος-μέλος θα μπορεί να διαμορφώνει διαφορετικές προϋποθέσεις, διαφορετικές παρεμβάσεις και διαφορετικά επίπεδα ενίσχυσης.

Η προσαρμογή στις εθνικές ιδιαιτερότητες είναι αναγκαία. Όταν, όμως, η ευελιξία δεν συνοδεύεται από ισχυρούς κοινούς κανόνες και επαρκώς προστατευμένο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, υπάρχει ο κίνδυνος η ΚΑΠ να χάσει σταδιακά τον κοινό της χαρακτήρα.

Η Ιρλανδία παραλαμβάνει έναν φάκελο με βαθιές πολιτικές και δημοσιονομικές εκκρεμότητες. Θα κληθεί να διαχειριστεί τις διαφορετικές θέσεις για τη χρηματοδότηση, τα ποσοστά συγχρηματοδότησης, τη σταδιακή μείωση των άμεσων ενισχύσεων και την επιβολή ανώτατων ορίων στις πληρωμές.

Κυρίως, όμως, θα πρέπει να συμβάλει στην αποσαφήνιση του μοντέλου πάνω στο οποίο θα στηριχθεί η ευρωπαϊκή γεωργία μετά το 2027.

Το κρίσιμο ζήτημα αφορά την επιλογή της Ευρωπαϊκής Ένωσης να διατηρήσει την ΚΑΠ ως μια πραγματικά κοινή πολιτική, με ενιαίες εγγυήσεις και ισότιμους όρους για τους παραγωγούς, ή να κινηθεί προς ένα σύστημα εθνικών αγροτικών πολιτικών.

Ένα σύστημα ενταγμένο σε ευρύτερα εθνικά σχέδια και εξαρτημένο από τη δημοσιονομική δυνατότητα κάθε κράτους.

Η τελική μορφή της συμφωνίας θα αποτυπώσει τις πραγματικές προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τον αγροτικό τομέα.

Το επόμενο διάστημα αναμένεται να δείξει εάν θα επικρατήσει μια ισορροπημένη προσέγγιση που θα συνδυάζει περιβαλλοντικούς στόχους και παραγωγική βιωσιμότητα ή εάν οι αποκλίσεις μεταξύ των κρατών-μελών θα ενταθούν, διαμορφώνοντας ένα πιο κατακερματισμένο τοπίο για την ευρωπαϊκή γεωργία