Κρέας: Μικρότερη προσφορά, υψηλές τιμές και δύσκολη επιστροφή στα παλιά επίπεδα

Η συρρίκνωση του ζωικού κεφαλαίου, οι ζωονόσοι και το κόστος παραγωγής κρατούν την αγορά υπό πίεση

Σε περίοδο παρατεταμένης στενότητας μπαίνει η αγορά κρέατος, με τις τιμές να δείχνουν ότι δύσκολα θα επιστρέψουν σύντομα σε χαμηλότερα επίπεδα. Η μείωση του ζωικού κεφαλαίου στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι επιπτώσεις των ζωονόσων και το υψηλό κόστος παραγωγής διαμορφώνουν ένα περιβάλλον αυξημένων πιέσεων για κτηνοτρόφους, εμπόρους και καταναλωτές.

Τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και της Eurostat αποτυπώνουν μια βαθύτερη κρίση στην κτηνοτροφία. Στην Ελλάδα, το 2025 καταγράφηκαν σημαντικές μειώσεις σε όλες τις βασικές κατηγορίες ζώων, με τα πρόβατα να δέχονται το μεγαλύτερο πλήγμα. Ο αριθμός τους μειώθηκε κατά 17,2%, στα 6,44 εκατ. ζώα, ενώ οι αίγες υποχώρησαν κατά 9,2%, στα 2,34 εκατ. κεφάλια. Πτώση καταγράφηκε και στα βοοειδή, κατά 12,8%, καθώς και στους χοίρους, κατά 7,2%.

Η συρρίκνωση δεν αφορά μόνο τον αριθμό των ζώων, αλλά και τις ίδιες τις εκμεταλλεύσεις. Όλο και περισσότεροι κτηνοτρόφοι δυσκολεύονται να παραμείνουν στην παραγωγή, καθώς οι ζωοτροφές, η ενέργεια, οι μεταφορές και τα λειτουργικά έξοδα διατηρούνται σε υψηλά επίπεδα. Το αποτέλεσμα είναι λιγότερες μονάδες, μικρότερη παραγωγική βάση και περιορισμένη δυνατότητα γρήγορης ανάκαμψης της προσφοράς.

Ανάλογη είναι η εικόνα και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το 2025 καταγράφηκαν 131,5 εκατ. χοίροι, 71,6 εκατ. βοοειδή, 55,3 εκατ. πρόβατα και 10,2 εκατ. αίγες, με ετήσιες μειώσεις στις περισσότερες κατηγορίες. Σε βάθος δεκαετίας, η πτώση είναι ακόμη πιο έντονη, επιβεβαιώνοντας ότι η ευρωπαϊκή κτηνοτροφία βρίσκεται σε τροχιά σταδιακής συρρίκνωσης.

Στην ελληνική αγορά, το μεγαλύτερο πρόβλημα εντοπίζεται στο αιγοπρόβειο και στο μοσχαρίσιο κρέας. Η ευλογιά των προβάτων έχει επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την κατάσταση, οδηγώντας σε θανατώσεις κοπαδιών, περιορισμούς στις μετακινήσεις και αβεβαιότητα στις πληγείσες περιοχές. Η μείωση της διαθέσιμης παραγωγής έχει ήδη περάσει στις τιμές.

Η χονδρική τιμή στα εγχώρια αρνιά διαμορφώθηκε φέτος στα 10,40 ευρώ το κιλό, αυξημένη κατά περίπου 9,5% σε σχέση με τον μέσο όρο του 2025. Στα κατσίκια η τιμή έφτασε τα 9 ευρώ το κιλό, με αύξηση περίπου 9%.

Ακόμη εντονότερες είναι οι πιέσεις στο μοσχαρίσιο. Τα εγχώρια και εισαγόμενα μοσχάρια διαμορφώθηκαν στα 9,30 ευρώ το κιλό, τιμή αυξημένη κατά περίπου 11% σε σύγκριση με το 2025 και σχεδόν 35% σε σχέση με το 2024. Η άνοδος αυτή συνδέεται τόσο με τη μείωση των βοοειδών όσο και με το αυξημένο κόστος εκτροφής, το οποίο εξακολουθεί να μεταφέρεται στην τελική τιμή.

Η μοναδική εξαίρεση είναι το χοιρινό κρέας, όπου παρατηρείται αποκλιμάκωση. Τα εγχώρια και εισαγόμενα χοιρινά εμφανίζουν μειώσεις από 15% έως 18% σε σχέση με το 2025, κυρίως λόγω αυξημένης προσφοράς στην ευρωπαϊκή αγορά και χαμηλότερης ζήτησης σε ορισμένες χώρες. Παρ’ όλα αυτά, η πτώση στο χοιρινό δεν αρκεί για να αντισταθμίσει τις αυξήσεις στο αιγοπρόβειο και στο μοσχαρίσιο.

Περιορισμένη αναμένεται να είναι και η επίδραση των εισαγωγών από τις χώρες της Mercosur. Η εμπορική συμφωνία με την Αργεντινή, τη Βραζιλία, την Ουρουγουάη και την Παραγουάη προβλέπει ευνοϊκότερο καθεστώς για επιπλέον ποσότητες βοδινού κρέατος, ωστόσο οι ποσότητες αυτές αντιστοιχούν σε μικρό μέρος της συνολικής κατανάλωσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Παράλληλα, τα εισαγόμενα προϊόντα πρέπει να πληρούν τους κανόνες υγειονομικής ασφάλειας και τις προδιαγραφές ποιότητας που ισχύουν στην ΕΕ, γεγονός που περιορίζει τα περιθώρια μεγάλης μείωσης τιμών. Έτσι, ακόμη και με ενισχυμένες εισαγωγές, η αγορά δεν φαίνεται να αποκτά άμεσα την προσφορά που απαιτείται για ουσιαστική αποκλιμάκωση.

Το συμπέρασμα είναι ότι το κρέας μπαίνει σε μια δύσκολη περίοδο. Η ανασύσταση του ζωικού κεφαλαίου απαιτεί χρόνο, οι ζωονόσοι συνεχίζουν να επηρεάζουν την παραγωγή και το κόστος παραμένει υψηλό. Με αυτά τα δεδομένα, οι τιμές δύσκολα θα υποχωρήσουν αισθητά στον ορατό ορίζοντα, ειδικά στις κατηγορίες όπου η προσφορά έχει περιοριστεί περισσότερο.