Η Ευρωπαϊκή Ένωση κλιμακώνει τις οικονομικές κυρώσεις, στοχεύοντας στον περιορισμό των εσόδων της Μόσχας και της Μινσκ, επηρεάζοντας παράλληλα τον αγροτικό τομέα.
Σε εφαρμογή τέθηκε από την 1η Ιουλίου η δεύτερη φάση των δασμολογικών αυξήσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις εισαγωγές λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Η κίνηση αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο των οικονομικών κυρώσεων και της προσπάθειας της ΕΕ να περιορίσει τα έσοδα της Μόσχας και της Μινσκ, αναδιαμορφώνοντας τις ισορροπίες στον ευρωπαϊκό αγροτικό τομέα.
Με βάση τα νέα δεδομένα, ο πρόσθετος δασμός στα αζωτούχα λιπάσματα αυξήθηκε από τα 40 ευρώ στα 60 ευρώ ανά τόνο. Παράλληλα, ο δασμός που εφαρμόζεται σε συγκεκριμένα σύνθετα λιπάσματα έκανε άλμα από τα 45 ευρώ στα 70 ευρώ ανά τόνο. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι επιβαρύνσεις αυτές επιβάλλονται επιπλέον του βασικού δασμού 6,5% που ίσχυε ήδη για τα συγκεκριμένα προϊόντα.
Αυτή η σταδιακή κλιμάκωση των δασμών δεν είναι τυχαία, αλλά αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης και μακροπρόθεσμης στρατηγικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κύριος στόχος είναι η ριζική μείωση της εξάρτησης της ευρωπαϊκής γεωργίας από τα ρωσικά και λευκορωσικά λιπάσματα, δίνοντας ταυτόχρονα τον απαραίτητο χώρο και κίνητρα για τη στήριξη της εγχώριας ευρωπαϊκής παραγωγής λιπασμάτων.
Το εγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα δείχνει ότι οι πιέσεις θα ενταθούν κατακόρυφα τα επόμενα χρόνια. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, οι πρόσθετοι δασμοί θα αυξάνονται προοδευτικά με σκοπό να αγγίξουν τα 315 έως 430 ευρώ ανά τόνο έως το 2028, ανάλογα με τον τύπο του λιπάσματος. Η εξέλιξη αυτή αναμένεται να εκμηδενίσει την εμπορική ανταγωνιστικότητα των προϊόντων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία εντός της ευρωπαϊκής αγοράς, αναγκάζοντας τους εισαγωγείς και τους παραγωγούς να στραφούν οριστικά σε εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού.