Αγελαδινό γάλα: Οι αγελάδες λιγοστεύουν, ο καύσωνας κόβει την παραγωγή και οι τιμές ανεβαίνουν
Agrocapital · του Γ.Παπαδόπουλου
Οι υψηλές θερμοκρασίες μειώνουν τις αποδόσεις των αγελάδων και αυξάνουν το κόστος των μονάδων. Η Ευρώπη δεν βρίσκεται ακόμη αντιμέτωπη με γενικευμένη έλλειψη γάλακτος, όμως η ελληνική αγορά εμφανίζεται περισσότερο εκτεθειμένη.
Η έρευνα δείχνει ότι υπάρχει πραγματική πίεση στην ευρωπαϊκή αγελαδοτροφία και αυξημένος κίνδυνος για το δεύτερο εξάμηνο του 2026. Ωστόσο, δεν επιβεβαιώνεται μέχρι σήμερα γενικευμένη μείωση της παραγωγής αγελαδινού γάλακτος στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Στην ελληνική κτηνοτροφία καταγράφεται σταθερή μείωση του αριθμού των αγελάδων και των εκμεταλλεύσεων. Η παραγωγή, ωστόσο, διατηρείται ή αυξάνεται χάρη στις υψηλότερες αποδόσεις. Την ίδια ώρα, οι πρόσφατοι καύσωνες προκαλούν τοπικές απώλειες, οι οποίες δεν έχουν ακόμη αποτυπωθεί πλήρως στα διαθέσιμα στοιχεία.
Σύμφωνα με το Milk Market Observatory της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι παραδόσεις αγελαδινού γάλακτος στην Ευρωπαϊκή Ένωση αυξήθηκαν κατά 4% την περίοδο Ιανουαρίου έως Απριλίου 2026. Τον Απρίλιο η άνοδος ήταν 2,3% σε σύγκριση με τον ίδιο μήνα του 2025. Η Γερμανία, η Ολλανδία και η Γαλλία κινήθηκαν υψηλότερα, ενώ η Ιρλανδία εμφάνισε οριακή υποχώρηση.
Γερμανία · άνοδος 6,7% στις παραδόσεις αγελαδινού γάλακτος.
Πηγή Ευρωπαϊκή Επιτροπή, μεταβολή Ιανουαρίου έως Απριλίου 2026 έναντι 2025. Επιλέξτε μία χώρα για λεπτομέρειες.
Τα στοιχεία του Μαΐου ενισχύουν την ίδια εικόνα ενώ η Γερμανία κατέγραψε άνοδο περίπου 6,2%, η Πολωνία 3,8% και η Ολλανδία 3,6% σε ετήσια βάση, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία του AHDB. Ο ακριβής δημοσιογραφικός όρος δεν είναι ακόμη ευρωπαϊκή έλλειψη γάλακτος όμως πρόκειται περισσότερο για αυξανόμενο κίνδυνο απωλειών μετά τους καύσωνες, σε έναν κλάδο με λιγότερες αγελάδες και λιγότερες μονάδες.
Η αύξηση αυτή δεν ακυρώνει τον κίνδυνο του καλοκαιριού. Οι ευρωπαϊκές μετρήσεις δημοσιεύονται με χρονική καθυστέρηση και δεν έχουν ακόμη ενσωματώσει πλήρως τις επιπτώσεις των θερμοκρασιών του Ιουνίου και του Ιουλίου. Στο Βέλγιο, όπου ο υδράργυρος έφθασε τους 40 βαθμούς Κελσίου, κτηνοτρόφοι ανέφεραν μειωμένη παραγωγικότητα, χαμηλότερη κατανάλωση ζωοτροφών από τα ζώα και σημαντικές ημερήσιες οικονομικές απώλειες, και ολα αυτα μεταφέρθηκαν στην Ευρωπαική Επιτροπή.
Ο καύσωνας επηρεάζει άμεσα τις γαλακτοπαραγωγές αγελάδες. Τα ζώα καταναλώνουν λιγότερη τροφή και χρειάζονται περισσότερο νερό, με αποτέλεσμα να περιορίζεται η παραγωγή γάλακτος. Παράλληλα, αυξάνεται το ενεργειακό κόστος των μονάδων για τη λειτουργία ανεμιστήρων και άλλων συστημάτων μείωσης της θερμοκρασίας, καθώς και για την ψύξη και την ασφαλή συντήρηση του γάλακτος.
Στην Ελλάδα, πηγές της αγοράς με τις οποίες επικοινώνησε το Agrocapital μεταφέρουν εικόνα μειωμένης ημερήσιας παραγωγής σε κτηνοτροφικές μονάδες κατά τις ημέρες της έντονης ζέστης. Η πληροφορία δεν αποτυπώνεται ακόμη στα διαθέσιμα στοιχεία. Για την περίοδο Ιανουαρίου έως Μαΐου 2026 οι παραδόσεις υπολογίζονται σε περίπου 272.000 τόνους, αυξημένες κατά 2,1% σε ετήσια βάση, σύμφωνα με τα επεξεργασμένα στοιχεία της CLAL.
Στο ευρωπαϊκό δελτίο της 24ης Ιουνίου αναφέρεται ότι δεν είχε κοινοποιηθεί το σύνολο των τελευταίων ελληνικών στοιχείων. Η πραγματική καλοκαιρινή μείωση μπορεί επομένως να εμφανιστεί στις επίσημες καταγραφές των επόμενων μηνών.
Πίσω από την πρόσκαιρη εικόνα βρίσκεται ακόμα ένα μεγαλύτερο πρόβλημα.. Οι παραγωγοί αγελαδινού γάλακτος στην Ελλάδα μειώθηκαν από 3.253 το 2015 σε 1.878 το 2024. Ο αριθμός των αγελάδων γαλακτοπαραγωγής υποχώρησε από περίπου 144.000 το 2010 σε 79.500 το 2024, ενώ η Επιτροπή Ανταγωνισμού έχει καταγράψει απώλεια 1.351 παραγωγών μέσα σε μία δεκαετία.
Η παραγωγή στηρίζεται πλέον σε λιγότερες και μεγαλύτερες εκμεταλλεύσεις. Ένα κύμα ζέστης, μια ζωονόσος ή μια νέα αύξηση του κόστους μπορεί να επηρεάσει την προσφορά ταχύτερα από ό,τι στο παρελθόν.
Οι περιορισμένες διαθέσιμες ποσότητες στην ελληνική αγορά αποτυπώνονται άμεσα και στην τιμή του γάλακτος. Τον Μάιο του 2026 η μέση τιμή παραγωγού στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στα 54,78 ευρώ ανά 100 κιλά, σχεδόν σταθερή σε ετήσια βάση. Την ίδια περίοδο ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είχε υποχωρήσει στα 42,63 ευρώ, περίπου 19,5% χαμηλότερα από τον Μάιο του 2025.
Μάι 2026 · η ελληνική τιμή ήταν υψηλότερη κατά 12,15 ευρώ ανά 100 κιλά.
Η υποχώρηση της ευρωπαϊκής τιμής παραγωγού δείχνει ότι οι ανατιμήσεις στα ράφια δεν μπορούν να αποδοθούν μόνο σε έλλειψη νωπού γάλακτος. Το κόστος ενέργειας, η συνεχής ψύξη, οι συσκευασίες, οι μεταφορές, το εργατικό κόστος, η αυξημένη ζήτηση για στραγγιστό και πρωτεϊνούχο γιαούρτι, η εισαγόμενη πρώτη ύλη και οι εμπορικές συμφωνίες συμμετέχουν επίσης στη διαμόρφωση της τελικής τιμής.
Παρά ταύτα, η πίεση στον καταναλωτή είναι ήδη μετρήσιμη. Η ΕΛΣΤΑΤ κατέγραψε τον Ιούνιο του 2026 μηνιαία αύξηση 4,7% στην τιμή του γιαουρτιού. Σε ετήσια βάση, η ευρύτερη κατηγορία γαλακτοκομικών και αυγών ήταν ακριβότερη κατά 2,4%. Η αύξηση συμπίπτει με τις πρώτες απώλειες που αναφέρουν οι παραγωγικές περιοχές, χωρίς να έχει αποδειχθεί ακόμη ότι αυτές αποτελούν τη βασική αιτία.
Ακόμη και η παραγωγή ευρωπαϊκών προϊόντων ζύμωσης, στην οποία περιλαμβάνονται κατηγορίες γιαουρτιού, αυξήθηκε κατά 4,1% στο πρώτο τετράμηνο. Η αγορά επομένως δεν αντιμετωπίζει σήμερα γενικευμένη ανεπάρκεια. Την ίδια ώρα, η Lactalis έχει προειδοποιήσει ότι το αυξημένο κόστος ενέργειας, μεταφορών και συσκευασίας μπορεί να οδηγήσει σε νέες ανατιμήσεις μέσα στο 2026.
Αν οι υψηλές θερμοκρασίες συνεχιστούν και οι αποδόσεις παραμείνουν μειωμένες, η πίεση μπορεί να περάσει σταδιακά στις συμφωνίες της βιομηχανίας και αργότερα στις λιανικές τιμές. Δεν υπάρχει ακόμη ευρωπαϊκή έλλειψη αγελαδινού γάλακτος. Υπάρχει όμως ένας κλάδος με λιγότερες αγελάδες και λιγότερους παραγωγούς, ο οποίος μετά τους καύσωνες εμφανίζει τοπικές απώλειες.
Τα στοιχεία παραδόσεων του Ιουνίου και του Ιουλίου από τον ΕΛΓΟ–ΔΗΜΗΤΡΑ θα δείξουν εάν οι πληροφορίες για την ελληνική παραγωγή αποτυπώνουν μια προσωρινή απώλεια λόγω ζέστης ή την αρχή μιας μεγαλύτερης κάμψης. Το ίδιο κρίσιμες θα είναι οι πραγματικές ποσότητες που παρέλαβαν οι γαλακτοβιομηχανίες και η πορεία της τιμής παραγωγού μετά το καλοκαίρι.