Ζητούνται άμεσα μέτρα, έκτακτη χρηματοδότηση και αυστηρότερο πλαίσιο για την προστασία του ιταλικού προϊόντος
Η οικονομική ασφυξία που βιώνουν οι παραγωγγοί σκληρού σιταριού αποτυπώνεται πλέον ξεκάθαρα στο πεδίο. Με τις τιμές πώλησης να κινούνται στα επίπεδα των 260 ευρώ ανά τόνο (και πάντως σταθερά κάτω από το όριο των 300 ευρώ) και το κόστος παραγωγής να καταγράφει αύξηση 10,5% μέσα σε μόλις έναν χρόνο, η δραστηριότητα καθίσταται οικονομικά επικίνδυνη. Οι αυξήσεις σε λιπάσματα, φυτοπροστατευτικά, ενέργεια και καλλιεργητικές εργασίες έχουν σχεδόν διπλασιαστεί, αναγκάζοντας πολλές εκμεταλλεύσεις να παράγουν με ζημία.
Ιδιαίτερα επιβαρυμένη εμφανίζεται η κατάσταση για τις ημιορεινές και ορεινές περιοχές, όπου η καλλιέργεια δημητριακών αποτελεί μία από τις ελάχιστες πραγματικά διαθέσιμες παραγωγικές επιλογές, καθώς τα περιθώρια διαφοροποίησης των καλλιεργειών είναι σχεδόν μηδενικά. Παράλληλα, πολλοί καλλιεργητές αναγκάζονται να διατηρούν τη σπορά κυρίως για λόγους ορθής αμειψισποράς, παρότι οι οικονομικές συνθήκες καθιστούν την παραγωγή εξαιρετικά επίφοβη.
Η πίεση αυτή δεν αφορά μεμονωμένες αγροτικές επιχειρήσεις, αλλά συνιστά απειλή για ολόκληρες παραγωγικές ζώνες. Ενδεικτικά, στην περιφερειακή ενότητα της Μπολόνια το σκληρό σιτάρι καλύπτει 17.000 έως 20.000 εκτάρια σε συνολική έκταση 54.000 εκταρίων δημητριακών, αποτελώντας τη βάση για τη μεταποιητική βιομηχανία. Ο πρόεδρος της Confagricoltura Bologna, Davide Venturi, προειδοποιεί ότι χωρίς βιώσιμη προοπτική εισοδήματος, το άμεσο αποτέλεσμα θα είναι η δραστική μείωση των σπορών, η αύξηση των εισαγωγών και η αποδυνάμωση των αγροτικών περιοχών, καθιστώντας τη διατροφική αυτάρκεια κενό λόγο.
Απέναντι σε αυτή την κατάσταση και ενόψει των θεσμικών συναντήσεων με το Υπουργείο Γεωργίας, η Confagricoltura προτάσσει μια δέσμη άμεσων παρεμβάσεων. Στο πεδίο της ρευστότητας, ζητούνται 12μηνη αναστολή πληρωμής των δανείων, χρήση αγροτικών επιταγών ISMEA και η ίδρυση έκτακτου ταμείου στήριξης. Παράλληλα, προτείνεται η αναδιάρθρωση των συμβάσεων filiera (συμβολαιακής γεωργίας) με αποκλειστικά κίνητρα προς τους παραγωγούς —χωρίς ενισχύσεις στη βιομηχανία, με κατάργηση του καθεστώτος de minimis και του ορίου των 50 εκταρίων— καθώς και αυστηρότερο πλαίσιο πιστοποίησης, με αύξηση της ελάχιστης απαιτούμενης εγχώριας πρώτης ύλης από 50% σε 75% για τη σχετική σήμανση.