Ο πόλεμος πιέζει τις εξαγωγές σιτηρών Ρωσίας και Ουκρανίας

Επιθέσεις σε λιμάνια και πλοία αυξάνουν το κόστος και δυσκολεύουν τις εμπορικές ροές

Ο πόλεμος συνεχίζει να αφήνει έντονο αποτύπωμα στο εμπόριο σιτηρών της Μαύρης Θάλασσας, με τη Ρωσία και την Ουκρανία να παραμένουν δύο από τους σημαντικότερους παραγωγούς και εξαγωγείς παγκοσμίως, αλλά να βρίσκονται αντιμέτωπες με ολοένα μεγαλύτερες δυσκολίες στις μεταφορές και στις υποδομές.

Παρά τη σύγκρουση που βρίσκεται σε εξέλιξη από τον Φεβρουάριο του 2022, οι δύο χώρες έχουν καταφέρει να διατηρήσουν σημαντικό μέρος των εξαγωγών τους. Ωστόσο, στην περίπτωση της Ουκρανίας, οι επιθέσεις σε λιμάνια, σιδηροδρομικές γραμμές και ενεργειακές υποδομές έχουν αρχίσει να περιορίζουν τη δυνατότητα διακίνησης φορτίων. Την ίδια στιγμή, το Κίεβο έχει εντείνει τις επιθέσεις εναντίον ρωσικών πλοίων και εγκαταστάσεων στην περιοχή της Αζοφικής Θάλασσας.

Στην έκθεση αγοράς σιτηρών της 25ης Ιουνίου, το Διεθνές Συμβούλιο Σιτηρών (IGC) προβλέπει ότι η συνολική παραγωγή σιτηρών της Ρωσίας την περίοδο 2026/27 θα φτάσει τους 127,1 εκατ. τόνους, έναντι 129,9 εκατ. τόνων την προηγούμενη χρονιά.

Για την Ουκρανία η παραγωγή προβλέπεται αυξημένη στους 64,4 εκατ. τόνους, από 62,9 εκατ. τόνους.

Στο σιτάρι, η Ρωσία αναμένεται να παράγει 89 εκατ. τόνους, από 90,3 εκατ. τόνους, ενώ η ουκρανική παραγωγή εκτιμάται στους 26,1 εκατ. τόνους, σχεδόν αμετάβλητη σε σχέση με τους 26 εκατ. τόνους της προηγούμενης περιόδου.

Στο καλαμπόκι, η παραγωγή της Ρωσίας τοποθετείται στους 15,2 εκατ. τόνους και της Ουκρανίας στους 32 εκατ. τόνους. Αντίστοιχα, στο κριθάρι προβλέπονται 18,1 εκατ. τόνοι για τη Ρωσία και 5,4 εκατ. τόνοι για την Ουκρανία.

Παρά τον πόλεμο, οι εξαγωγές και των δύο χωρών αναμένεται να παραμείνουν υψηλές. Το IGC προβλέπει για το 2026/27 συνολικές εξαγωγές σιτηρών 53,5 εκατ. τόνων από τη Ρωσία και 41,9 εκατ. τόνων από την Ουκρανία.

Το σιτάρι αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος των αποστολών, με τη Ρωσία να αναμένεται να εξαγάγει 47,5 εκατ. τόνους και την Ουκρανία 16 εκατ. τόνους.

Το IGC εκτιμά ότι, εφόσον δεν υπάρξουν σημαντικές νέες διαταραχές λόγω της σύγκρουσης, η Ρωσία θα παραμείνει ο μεγαλύτερος εξαγωγέας σιταριού στον κόσμο. Στην περίπτωση της Ουκρανίας, οι διαθέσιμες ποσότητες επιτρέπουν μεγαλύτερες εξαγωγές, ωστόσο οι περίπλοκες μεταφορές και το αυξανόμενο κόστος της εσωτερικής διακίνησης ενδέχεται να περιορίσουν τις επιδόσεις της.

Ιδιαίτερο πρόβλημα για την Ουκρανία αποτελεί η αυξανόμενη ένταση των επιθέσεων στα λιμάνια της.

Περισσότερο από το 90% των ουκρανικών εξαγωγών πραγματοποιείται μέσω της Μαύρης Θάλασσας, γεγονός που καθιστά την απρόσκοπτη λειτουργία των λιμενικών εγκαταστάσεων κρίσιμη για τον αγροτικό τομέα της χώρας.

Σύμφωνα με στελέχη του κλάδου που επικαλείται το Reuters, οι εντεινόμενες επιθέσεις με πυραύλους και drones σε λιμάνια, πλοία, σιδηροδρομικές υποδομές και ενεργειακά δίκτυα θα μπορούσαν να περιορίσουν τις μηνιαίες εξαγωγές κατά περίπου ένα τρίτο.

Το λιμάνι της Οδησσού διακινούσε περίπου 6 εκατ. τόνους φορτίων τον μήνα. Ο Ουκρανός υφυπουργός Οικονομίας, Τάρας Βισότσκι, εκτίμησε ότι οι ποσότητες αυτές θα μπορούσαν να περιοριστούν στα 4 εκατ. τόνους μηνιαίως εξαιτίας των επιθέσεων.

Περίπου 1 εκατ. τόνοι θα μπορούσαν να διοχετευθούν μέσω των λιμανιών του Δούναβη, ωστόσο το περιθώριο περαιτέρω μεταφοράς φορτίων από αυτή τη διαδρομή θεωρείται περιορισμένο, ενώ το κόστος logistics είναι υψηλότερο.

Η εξάρτηση της ουκρανικής γεωργίας από τις θαλάσσιες μεταφορές καταγράφεται και σε έκθεση του USDA.

Από τον Ιούλιο του 2025 έως τον Μάρτιο του 2026, οι μέσες μηνιαίες εξαγωγές σιταριού, κριθαριού και καλαμποκιού ήταν κατά 22% χαμηλότερες σε σχέση με την αντίστοιχη προηγούμενη περίοδο.

Μεταξύ των αιτιών καταγράφονται οι ρωσικές επιθέσεις στις μεταφορικές και ενεργειακές υποδομές, οι οποίες περιόρισαν κατά διαστήματα τη δυνατότητα μετακίνησης των προϊόντων από τα χωράφια έως τα εξαγωγικά τερματικά.

Σημαντικό ρόλο έπαιξαν επίσης οι χαμηλότερες τιμές σιταριού και κριθαριού, αλλά και η αυξημένη αποθηκευτική ικανότητα που δημιούργησαν οι Ουκρανοί παραγωγοί από την έναρξη του πολέμου. Η δυνατότητα αποθήκευσης στις εκμεταλλεύσεις επέτρεψε σε αρκετούς αγρότες να καθυστερήσουν τις πωλήσεις, περιμένοντας καλύτερες τιμές.

Παράλληλα, οι περιορισμοί στις εισαγωγές από την Ευρωπαϊκή Ένωση υποχρεώνουν την Ουκρανία να αναζητεί εκ νέου παραδοσιακές αγορές.

Η Ε.Ε. απορρόφησε το 29% του συνολικού όγκου ουκρανικών εξαγωγών σιτηρών το 2025, από 41% το 2024.

Οι ουκρανικές εξαγωγές κριθαριού από τον Ιούλιο του 2025 έως τον Φεβρουάριο του 2026 περιορίστηκαν στους 1,3 εκατ. τόνους, μειωμένες κατά 36%. Κίνα, Τουρκία, Λιβύη και Σαουδική Αραβία απορρόφησαν περίπου το 80% των ποσοτήτων.

Αντίθετα, οι εξαγωγές σιταριού αυξήθηκαν κατά 24%, φτάνοντας τους 9 εκατ. τόνους. Οι βασικότεροι προορισμοί ήταν η Αίγυπτος με 2,4 εκατ. τόνους, η Αλγερία με 1,6 εκατ. και η Ινδονησία με 1,4 εκατ. τόνους.

Στο καλαμπόκι, οι εξαγωγές από τον Οκτώβριο του 2025 έως τον Φεβρουάριο του 2026 μειώθηκαν κατά 10%, στους 10,6 εκατ. τόνους. Η Ευρωπαϊκή Ένωση παρέμεινε ο μεγαλύτερος αγοραστής, απορροφώντας 4,8 εκατ. τόνους.

Η πίεση στις θαλάσσιες μεταφορές δεν περιορίζεται στην ουκρανική πλευρά. Από τις αρχές Ιουλίου, η Ουκρανία έχει εντείνει τις επιθέσεις εναντίον ρωσικών πλοίων στην Αζοφική Θάλασσα, από όπου διακινείται περίπου το ένα τέταρτο των ρωσικών εξαγωγών σιτηρών.

Οι εξελίξεις είχαν άμεσο αντίκτυπο και στις αγορές. Στις 15 Ιουλίου οι ευρωπαϊκές τιμές σιταριού ενισχύθηκαν κατά 7%, ενώ τα συμβόλαια σιταριού στο Χρηματιστήριο του Σικάγου σημείωσαν άνοδο περίπου 5%, καθώς οι αγορές αντέδρασαν στον αυξημένο κίνδυνο για τη ναυσιπλοΐα.

Παρά τις δυσκολίες, η Ρωσία εξακολουθεί να διαθέτει μεγάλους όγκους στις διεθνείς αγορές. Από την εξαγωγική ποσόστωση των 25 εκατ. τόνων που ίσχυσε από τις 15 Φεβρουαρίου έως τις 30 Ιουνίου, αξιοποιήθηκε περίπου το 76%, με τις εξαγωγές να ξεπερνούν τους 19 εκατ. τόνους.

Σε αυτές περιλαμβάνονταν 16,11 εκατ. τόνοι σιταριού, 1,68 εκατ. τόνοι καλαμποκιού και 1,24 εκατ. τόνοι κριθαριού.

Η Αίγυπτος παρέμεινε ο μεγαλύτερος προορισμός για το ρωσικό σιτάρι, με 3,31 εκατ. τόνους, ακολουθούμενη από την Τουρκία με περισσότερους από 2 εκατ. και τη Σαουδική Αραβία με περίπου 1,1 εκατ. τόνους.

Η Μαύρη Θάλασσα εξακολουθεί έτσι να αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους κόμβους του παγκόσμιου εμπορίου σιτηρών. Κάθε νέα κλιμάκωση που επηρεάζει λιμάνια και θαλάσσιες διαδρομές αυξάνει όχι μόνο το κόστος για Ρώσους και Ουκρανούς παραγωγούς, αλλά και τον κίνδυνο μεγαλύτερων διακυμάνσεων στις διεθνείς τιμές και στην παγκόσμια επισιτιστική ασφάλεια.