Πόλεμος, Ελ Νίνιο και ευρωπαϊκή ξηρασία πιέζουν τα σιτηρά, αυξάνοντας την αβεβαιότητα σε τιμές, ζωοτροφές και κόστος παραγωγής.
Στο χωράφι, η διεθνής αγορά αποτυπώνεται με καθαρά οικονομικούς και λειτουργικούς όρους. Είναι η τιμή παραγωγού για το σιτάρι, το κόστος καλαμποκιού και σόγιας στο σιτηρέσιο, η ενέργεια που χρειάζονται τα μηχανήματα και τα μεταφορικά για να φτάσει η σοδειά στον αγοραστή. Τις τελευταίες ημέρες, όλα αυτά τα μεγέθη δέχονται ταυτόχρονα πιέσεις από τρεις παράγοντες υψηλής έντασης. Τη γεωπολιτική αστάθεια του πολέμου, την κλιματική διαταραχή του Ελ Νίνιο και τις στρατηγικά στοχευμένες κινήσεις της κινεζικής ζήτησης.
Οι επιθέσεις σε ρωσικούς τερματικούς σταθμούς δυσκολεύουν τις εξαγωγές από τη Μαύρη Θάλασσα. Το Ελ Νίνιο ενισχύεται και απειλεί να μοιράσει άνισα τις βροχές στις μεγάλες ζώνες παραγωγής. Η Κίνα επιστρέφει επιλεκτικά στην αμερικανική αγορά, ενώ οι καλές καιρικές συνθήκες στις Ηνωμένες Πολιτείες δημιουργούν προσδοκίες μεγαλύτερης σοδειάς. Δεν διαμορφώνεται ακόμη μια γενικευμένη κρίση προσφοράς. Διαμορφώνεται, όμως, μια αγορά στην οποία η τιμή μπορεί να αλλάξει πριν το προϊόν προλάβει να φτάσει στο λιμάνι.
Του Γ. Παπαδόπουλου
Η εικόνα της τελευταίας εβδομάδας δεν ακολουθεί μία καθαρή κατεύθυνση. Το αμερικανικό καλαμπόκι CIF Νέας Ορλεάνης αυξήθηκε κατά 5,7%, η σόγια FOB Σάντος κατά 1,1% και το αυστραλιανό σιτάρι κατά 0,7%. Το σογιέλαιο παρέμεινε σταθερό, ενώ το φοινικέλαιο υποχώρησε οριακά.
Πίσω από αυτές τις διαφορετικές κινήσεις βρίσκεται η ουσία της σημερινής αγοράς. Δεν αρκεί να υπάρχει σιτάρι σε μια αποθήκη ή σόγια σε ένα χωράφι. Πρέπει να υπάρχει διαθέσιμο λιμάνι, πλοίο πρόθυμο να προσεγγίσει, ασφαλιστική κάλυψη και αγοραστής που να πιστεύει ότι το φορτίο θα παραδοθεί στον συμφωνημένο χρόνο.
Το εμπόριο αρχίζει να τιμολογεί λιγότερο την ποσότητα και περισσότερο τη δυνατότητα της παράδοσης.
Η Μαύρη Θάλασσα συναντά μια ευρωπαϊκή σοδειά δύο ταχυτήτων. Η νέα κλιμάκωση στη Μαύρη Θάλασσα ήρθε στις 12 Αυγούστου, όταν επίθεση προκάλεσε σοβαρές ζημιές σε δύο μεγάλες εγκαταστάσεις εξαγωγής σιτηρών στο Νοβοροσίσκ. Σύμφωνα με την S&P Global Energy, το τερματικό NKHP ανέστειλε τη λειτουργία του. Από τις εγκαταστάσεις του είχαν εξαχθεί 6,23 εκατ. τόνοι σιτηρών κατά την εμπορική περίοδο 2025/2026.
Εργασίες σταμάτησε και το Novorossiysk Grain Terminal, με ετήσια εξαγωγική δυναμικότητα 8,5 εκατ. τόνων. Άλλες εγκαταστάσεις εξακολουθούν να λειτουργούν, όμως οι μεταφορές γίνονται δυσκολότερες. Οι πλοιοκτήτες εμφανίζονται περισσότερο επιφυλακτικοί και η διαθεσιμότητα πλοίων περιορίζεται.
Η αντίδραση της αγοράς μοιάζει αρχικά παράδοξη. Ο δείκτης αλευροποιήσιμου σιταριού της Platts υποχώρησε στις 11 Αυγούστου στα 222 δολάρια ανά τόνο, σημειώνοντας ημερήσια πτώση 2,84%. Η τιμή στο ρωσικό λιμάνι μειώθηκε, παρότι ο κίνδυνος αυξήθηκε.
Η εξήγηση είναι απλή. Ένα φορτίο που δεν είναι βέβαιο ότι θα φορτωθεί εγκαίρως χάνει μέρος της αξίας του στην αφετηρία. Την ίδια στιγμή, το σιτάρι από ασφαλέστερες προελεύσεις μπορεί να ακριβύνει, καθώς οι αγοραστές αναζητούν εναλλακτικές διαδρομές. Έτσι, η ίδια πολεμική εξέλιξη μπορεί να πιέζει τη ρωσική τιμή και να στηρίζει ταυτόχρονα τις τιμές στην Ευρώπη, στην Αυστραλία ή στη Βόρεια Αμερική.
Η αναστάτωση βρίσκει την Ευρώπη με μια σοδειά που επιδεινώθηκε απότομα μέσα σε λίγες εβδομάδες. Στις 3 Ιουλίου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπολόγιζε την παραγωγή σιτηρών της ΕΕ για την περίοδο 2026/2027 σε 273,7 εκατ. τόνους. Στο dashboard σιτηρών της 14ης Αυγούστου, η πρόβλεψη έχει περιοριστεί στους 263 εκατ. τόνους. Η παραγωγή σιταριού τοποθετείται στους 124 εκατ. τόνους, του καλαμποκιού στους 52 εκατ. και του κριθαριού στους 51 εκατ. τόνους.
Μέσα σε περίπου έξι εβδομάδες χάθηκαν από τις ευρωπαϊκές προβλέψεις περισσότερα από 10 εκατ. τόνοι σιτηρών. Η μείωση δεν κατανέμεται ομοιόμορφα. Τα χειμερινά σιτηρά είχαν προλάβει σε αρκετές περιοχές να ολοκληρώσουν μεγάλο μέρος του κύκλου τους πριν από τις ακραίες θερμοκρασίες. Το καλαμπόκι, αντίθετα, βρέθηκε στη φάση της άνθησης και του γεμίσματος του καρπού όταν η ζέστη και η έλλειψη νερού έγιναν εντονότερες.
Αυτό δημιουργεί μια Ευρώπη δύο ταχυτήτων. Στο σιτάρι εξακολουθούν να υπάρχουν διαθέσιμες ποσότητες. Στο καλαμπόκι, όμως, η εικόνα γίνεται αισθητά πιο σφιχτή, με άμεσες συνέπειες για τις εισαγωγές και τις ζωοτροφές.
Στη Γαλλία, το μεγαλύτερο πρόβλημα βρίσκεται στο καλαμπόκι. Η παρατεταμένη ζέστη και η ξηρασία έπληξαν ιδιαίτερα τις μη αρδευόμενες εκτάσεις. Η παραγωγή, που αρχικά αναμενόταν κοντά στα 9 εκατ. τόνους, εκτιμάται πλέον ότι μπορεί να πέσει κάτω από τα 7 εκατ. τόνους, στο χαμηλότερο επίπεδο από το 1976. Σε ορισμένες περιοχές οι παραγωγοί κόβουν πρόωρα το καλαμπόκι για ενσίρωση, ώστε να εξασφαλίσουν τροφή για τα ζώα. Αυτό περιορίζει ακόμη περισσότερο τις ποσότητες που θα φτάσουν στην αγορά ως καρπός. Η γαλλική απώλεια αποτελεί πλέον τον μεγαλύτερο κίνδυνο για την ευρωπαϊκή παραγωγή καλαμποκιού.
Στη Γερμανία, η πίεση είναι διπλή. Ο καύσωνας επηρέασε το γέμισμα του σιταριού σε νότιες και κεντρικές περιοχές, ενώ το εαρινό κριθάρι αποδείχθηκε περισσότερο ευάλωτο από το χειμερινό. Για το καλαμπόκι, η ένωση γερμανικών αγροτικών συνεταιρισμών DRV προβλέπει παραγωγή 4,24 εκατ. τόνων, μειωμένη κατά 14% σε σχέση με πέρυσι. Οι βροχές πριν από τη συγκομιδή μπορούν να περιορίσουν μέρος των απωλειών, αλλά δεν μπορούν να αναπληρώσουν πλήρως τη ζημιά που έχει ήδη γίνει κατά την ανθοφορία.
Στην Ιταλία, η εικόνα χωρίζεται επίσης στα δύο. Το σκληρό σιτάρι, που συγκομίστηκε νωρίτερα κυρίως στις νότιες περιοχές, απέφυγε μέρος της θερινής επιδείνωσης. Στον Βορρά, όμως, η λεκάνη του Πάδου βρίσκεται υπό έντονη πίεση. Η στάθμη του ποταμού και των λιμνών που τροφοδοτούν την άρδευση έχει υποχωρήσει, πλήττοντας καλαμπόκι, ρύζι, σόγια και μηδική. Περίπου 235.000 εκτάρια ρυζιού εξαρτώνται από αυτό το υδρολογικό σύστημα, ενώ η άρδευση σε Λομβαρδία και Πιεμόντε πραγματοποιείται πλέον εκ περιτροπής. Η ξηρασία στη λεκάνη του Πάδου δεν αφορά μόνο το ρύζι. Περιορίζει την εγχώρια παραγωγή ζωοτροφών σε μια από τις μεγαλύτερες κτηνοτροφικές ζώνες της Ευρώπης.
Για την Ελλάδα, η Ιταλία έχει επιπλέον βαρύτητα επειδή η αγορά της Φότζια λειτουργεί ως βασικό σημείο αναφοράς για το σκληρό σιτάρι. Μια καλύτερη ή χειρότερη ιταλική συγκομιδή μεταφέρεται γρήγορα στις προσφορές που δέχονται οι Έλληνες παραγωγοί, ακόμη και όταν η εγχώρια ποιότητα είναι διαφορετική.
Στην Ελλάδα, το σκληρό και το μαλακό σιτάρι έχουν ήδη συγκομιστεί. Η κύρια αβεβαιότητα μετακινείται από την απόδοση στην τιμή, στην ποιότητα και στη δυνατότητα αποθήκευσης. Οι πρώτες ευρωπαϊκές εκτιμήσεις τοποθετούσαν τη συνολική ελληνική παραγωγή σιτηρών κοντά στα 3,3 εκατ. τόνους, με περίπου 1 εκατ. τόνους σκληρού σιταριού και σχεδόν 1,5 εκατ. τόνους καλαμποκιού. Οι τελικές ποσότητες χρειάζονται ακόμη επιβεβαίωση, ιδιαίτερα για το καλαμπόκι, όπου το κόστος άρδευσης και η θερινή ζέστη μπορούν να περιορίσουν τις αποδόσεις.
Η ελληνική αγορά βρίσκεται ανάμεσα σε δύο αντίρροπες δυνάμεις. Η επάρκεια σιταριού στην Ευρώπη και ο ανταγωνισμός από τον Καναδά και τη Μαύρη Θάλασσα περιορίζουν την άνοδο στο σκληρό. Η ευρωπαϊκή έλλειψη καλαμποκιού, αντίθετα, μπορεί να διατηρήσει υψηλότερες τιμές για τους παραγωγούς, αλλά και ακριβότερες ζωοτροφές για τις κτηνοτροφικές μονάδες.
Στην Ολλανδία, το ζήτημα δεν είναι τόσο το μέγεθος της εγχώριας παραγωγής σιτηρών όσο ο ρόλος της χώρας στη διακίνηση και στις ζωοτροφές. Το Ρότερνταμ αποτελεί τη βασική πύλη εισόδου για καλαμπόκι, σόγια και σογιάλευρο που κατευθύνονται προς τις κτηνοτροφικές αγορές της Βόρειας Ευρώπης. Η ξηρασία έχει επεκταθεί στην Ολλανδία, ενώ οι χαμηλές στάθμες των ποταμών περιορίζουν τα φορτία που μπορούν να μεταφέρουν οι ποτάμιες φορτηγίδες.
Αυτό σημαίνει περισσότερα δρομολόγια, ακριβότερα μεταφορικά και μεγαλύτερο χρόνο παράδοσης. Ακόμη και αν υπάρχει αρκετό καλαμπόκι σε ένα πλοίο στο Ρότερνταμ, μπορεί να κοστίζει περισσότερο για να φτάσει σε μια μονάδα ζωοτροφών στη Γερμανία ή στην Ολλανδία. Το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο Ξηρασίας καταγράφει επιδείνωση στη Γαλλία, στη νότια Γερμανία, στη βόρεια Ιταλία και επέκταση των συνθηκών προειδοποίησης στην Ολλανδία.
Η αγορά αποτυπώνει ήδη αυτή την αβεβαιότητα. Στις 14 Αυγούστου, το ευρωπαϊκό συμβόλαιο αλευροποιήσιμου σιταριού Σεπτεμβρίου βρισκόταν στα 221 ευρώ ανά τόνο, του Δεκεμβρίου στα 233 ευρώ και του Μαρτίου 2027 στα 236 ευρώ. Η υψηλότερη τιμή των μεταγενέστερων συμβολαίων δεν αποτελεί βεβαιότητα ανόδου. Δείχνει όμως ότι η αγορά ζητά μεγαλύτερο ασφάλιστρο για τις παραδόσεις που βρίσκονται πιο μακριά χρονικά.
Το USDA προβλέπει ότι οι εισαγωγές σιτηρών της ΕΕ μπορεί να αυξηθούν από 26,5 εκατ. σε 28,4 εκατ. τόνους, ενώ τα τελικά αποθέματα ενδέχεται να μειωθούν κατά 21%, στα 29,6 εκατ. τόνους. Καλαμπόκι από την Ουκρανία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Βραζιλία και τον Καναδά θα γίνει κρίσιμο για την κάλυψη των ευρωπαϊκών αναγκών.
Για τους παραγωγούς δημητριακών, η κατάσταση μπορεί να δημιουργήσει καλύτερα παράθυρα πώλησης, ιδιαίτερα στο καλαμπόκι. Δεν σημαίνει ότι κάθε ποιότητα και κάθε περιοχή θα πληρωθούν ακριβότερα. Η πρωτεΐνη, η υγρασία, η τοπική ζήτηση και η πρόσβαση σε αποθηκευτικούς χώρους θα καθορίσουν ποιος θα αξιοποιήσει μια πιθανή άνοδο.
Για τους κτηνοτρόφους, η εικόνα είναι αντίστροφη. Το καλαμπόκι, το κριθάρι και το σογιάλευρο «γράφουν» άμεσα στο κόστος του σιτηρεσίου, ενώ το γάλα και το κρέας δεν προσαρμόζονται με την ίδια ταχύτητα. Η ευρωπαϊκή αδυναμία στο καλαμπόκι μπορεί να γίνει ο σημαντικότερος παράγοντας πίεσης στις ζωοτροφές κατά το φθινόπωρο και τον χειμώνα.
Ένας καιρός που μοιράζει άνισα τις απώλειες Η δεύτερη μεγάλη μεταβλητή δεν βρίσκεται σε κάποιο λιμάνι, αλλά στον Ειρηνικό. Το Κέντρο Πρόβλεψης Κλίματος της NOAA ανακοίνωσε στις 13 Αυγούστου ότι το Ελ Νίνιο ενισχύεται και ότι υπάρχει πιθανότητα άνω του 90% να εξελιχθεί σε πολύ ισχυρό επεισόδιο κατά το φθινόπωρο και τον χειμώνα του 2026/2027. Για το τρίμηνο Οκτωβρίου–Δεκεμβρίου δίνει πιθανότητα 69% να ξεπεράσει σε ένταση όλα τα προηγούμενα επεισόδια του διαθέσιμου αρχείου.
Το Ελ Νίνιο δεν σημαίνει ότι ολόκληρος ο πλανήτης θα αντιμετωπίσει ξηρασία. Σημαίνει ότι οι βροχές μπορεί να φτάσουν σε λάθος τόπο ή σε λάθος χρόνο. Μια περιοχή μπορεί να δεχθεί υπερβολικό νερό και μια άλλη να περάσει κρίσιμες εβδομάδες χωρίς βροχή. Για τη γεωργία, λίγες εβδομάδες στην ανθοφορία, στη σπορά ή στο γέμισμα του καρπού αρκούν για να αλλάξουν την απόδοση μιας ολόκληρης χρονιάς.
Στη Βραζιλία, η προσοχή στρέφεται στη νέα σπορά της σόγιας. Οι παραγωγοί καλούνται να διαχειριστούν τον καιρικό κίνδυνο μαζί με ακριβά λιπάσματα, υψηλά επιτόκια και περιορισμένα περιθώρια. Στην Ινδονησία, οι λιγότερες βροχές και οι πυρκαγιές δημιουργούν ανησυχίες για το φοινικέλαιο. Στην Ασία παρακολουθείται το ρύζι, ενώ στην Αυστραλία η τελική εικόνα του σιταριού θα εξαρτηθεί από την κατανομή των βροχοπτώσεων στις βασικές παραγωγικές ζώνες.
Υπάρχει ένα σημαντικό ανάχωμα τα παγκόσμια αποθέματα σιτηρών και φυτικών ελαίων βρίσκονται σε καλύτερη θέση από ό,τι σε προηγούμενα χρόνια, όπως έδειξε η ανάλυση του Agrocapital για το «Super» Ελ Νίνιο και την ανθεκτικότητα του παγκόσμιου συστήματος τροφίμων.
Τα αποθέματα μπορούν να περιορίσουν μια παγκόσμια έλλειψη. Δεν μπορούν, όμως, να εμποδίσουν τις τοπικές ανατιμήσεις. Ένα προϊόν μπορεί να υπάρχει σε επάρκεια και παρ’ όλα αυτά να είναι ακριβό εκεί όπου χρειάζεται, επειδή μεσολαβούν μεγάλες αποστάσεις, ακριβά καύσιμα και δύσκολες μεταφορές.
Η Κίνα αγοράζει προϊόν, αλλά κυρίως αγοράζει ασφάλεια. Η σόγια αποκαλύπτει καθαρότερα τη νέα ισορροπία. Η Κίνα απορροφά περίπου το 60% του παγκόσμιου εμπορίου, αλλά δεν αγοράζει πλέον με τον ίδιο τρόπο από έναν βασικό προμηθευτή. Συγκρίνει συνεχώς τις Ηνωμένες Πολιτείες με τη Βραζιλία, ενισχύει τα αποθέματά της και μοιράζει τις παραγγελίες ώστε να περιορίζει την έκθεσή της σε πολιτικούς και καιρικούς κινδύνους.
Στις 13 Αυγούστου, ιδιώτες εξαγωγείς δήλωσαν στο αμερικανικό υπουργείο Γεωργίας πώληση 136.000 τόνων σόγιας στην Κίνα για την εμπορική περίοδο 2026/2027. Η αμερικανική προέλευση παραμένει ανταγωνιστική, ενώ οι βροχές στις Ηνωμένες Πολιτείες βελτιώνουν τις προσδοκίες για τις αποδόσεις.
Μια μεγαλύτερη αμερικανική σοδειά μπορεί να πιέσει τις τιμές προς τα κάτω. Μια ασθενέστερη παραγωγή στη Βραζιλία μπορεί να τις επαναφέρει γρήγορα σε ανοδική πορεία. Ανάμεσα στις δύο δυνάμεις βρίσκεται η Κίνα, με τη δυνατότητα να μετακινεί τεράστιους όγκους από τη μία προέλευση στην άλλη.
Η νέα στρατηγική του Πεκίνου στα σιτηρά δείχνει πού οδηγούνται τα πράγματα. Οι μεγάλοι αγοραστές δεν αναζητούν μόνο τη χαμηλότερη τιμή. Αναζητούν περισσότερους προμηθευτές, μεγαλύτερα αποθέματα και διαδρομές που θα συνεχίσουν να λειτουργούν όταν εμφανιστεί η επόμενη κρίση.
Στον ίδιο λογαριασμό προστίθεται η ενέργεια. Το Brent έκλεισε στις 14 Αυγούστου στα 88,52 δολάρια το βαρέλι, με εβδομαδιαία άνοδο 5,9%. Η αύξηση μεταφέρεται στα καύσιμα, στη βιομηχανία λιπασμάτων, στην ξήρανση, στις μεταφορές και τελικά στις ζωοτροφές. Ακόμη και όταν ένα αγροτικό προϊόν υποχωρεί, το κόστος παραγωγής μπορεί να παραμένει πεισματικά υψηλό.
Εκεί βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη αλλαγή για τον αγρότη και τον κτηνοτρόφο. Οι τιμές των προϊόντων κινούνται γρήγορα προς τα πάνω και προς τα κάτω. Οι δαπάνες υποχωρούν πιο αργά. Η μεταβλητότητα γίνεται έτσι μέρος του κόστους παραγωγής, ακόμη και όταν δεν εμφανίζεται καθαρά σε κανένα τιμολόγιο.
Ο παραγωγός δεν χρειάζεται να γίνει χρηματιστής. Χρειάζεται, όμως, να γνωρίζει ποιο γεγονός κινεί την τιμή που του προτείνουν, πόσο του κοστίζει πραγματικά κάθε στρέμμα ή κάθε ζώο και για πόσο χρόνο μπορεί να περιμένει πριν πουλήσει ή αγοράσει. Στην αγορά που σχηματίζεται, μεγαλύτερη αξία δεν θα έχει μόνο η ποσότητα της παραγωγής. Θα έχει η δυνατότητα να επιλέγεται η στιγμή της απόφασης.
Τα στοιχεία για τις αμερικανικές καλλιέργειες, τις ευρωπαϊκές εμπορικές ροές, τις εξαγωγές της Βραζιλίας και τις εισαγωγές της Κίνας θα δείξουν εάν οι τελευταίες κινήσεις αποτελούν την αρχή μιας νέας τάσης. Το κέντρο βάρους έχει ήδη μετακινηθεί. Από το πόσο προϊόν υπάρχει, στο εάν μπορεί να παραχθεί, να μεταφερθεί και να πουληθεί με κόστος που αφήνει κάτι στον άνθρωπο που το παράγει.