Ανοδικά κινούνται σιτάρι, σόγια και καλαμπόκι, ενώ η ζήτηση φυτοπροστατευτικών παραμένει περιορισμένη
Διαφορετικές τάσεις καταγράφονται στις διεθνείς αγορές αγροτικών προϊόντων και εφοδίων, καθώς η σημαντική άνοδος των τιμών των σιτηρών και των ελαιούχων σπόρων δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη αύξηση της ζήτησης για αγροχημικά. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί πιέσεις στις επιχειρήσεις φυτοπροστασίας, οι οποίες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν υποτονική εμπορική δραστηριότητα.
Σύμφωνα με ανάλυση της επενδυτικής τράπεζας Jefferies, κατά το τρίμηνο που ολοκληρώθηκε τον Σεπτέμβριο, η τιμή του σιταριού ενισχύθηκε κατά 30% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους. Αύξηση 22% καταγράφηκε στη σόγια και 19% στο καλαμπόκι, με τις ανατιμήσεις να συνδέονται κυρίως με τα προβλήματα στις εφοδιαστικές αλυσίδες της Μαύρης Θάλασσας και τις επιπτώσεις της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή.
Παρά την ανοδική πορεία των τιμών, η αγορά φυτοπροστατευτικών προϊόντων δεν εμφανίζει ανάλογα σημάδια ανάκαμψης. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Κίνας, όπου οι εξαγωγές αγροχημικών μειώθηκαν κατά 15% σε ετήσια βάση, έπειτα από περίπου δυόμισι χρόνια συνεχούς ισχυρής ανάπτυξης.
Η συγκεκριμένη μεταβολή, σύμφωνα με τη Jefferies, αντανακλά την περιορισμένη διεθνή ζήτηση για προϊόντα φυτοπροστασίας, παρά τις υψηλότερες τιμές που καταγράφονται σε βασικές καλλιέργειες.
Αντίστοιχα, μικρές ήταν οι μεταβολές στις τιμές σημαντικών γεωργικών εφοδίων. Η γλυφοσάτη κατέγραψε αύξηση 5% σε σχέση με πέρυσι, ενώ η τιμή του φωσφορικού διαμμωνίου (DAP) ενισχύθηκε κατά 3%. Στον αντίποδα, η ουρία σημείωσε μείωση 2%, ακολουθώντας διαφορετική πορεία από εκείνη των κυριότερων αγροτικών προϊόντων.
Στη διατήρηση της χαμηλής ζήτησης για αγροχημικά συνέβαλαν και οι καιρικές συνθήκες σε σημαντικές παραγωγικές περιοχές. Η ασθενής περίοδος μουσώνων στην Ινδία, σε συνδυασμό με τα κύματα υψηλών θερμοκρασιών σε άλλες αγορές, περιόρισε τις ανάγκες για φυτοπροστατευτικά προϊόντα, επηρεάζοντας την εμπορική δραστηριότητα του κλάδου.
Οι συνθήκες αυτές αναμένεται να επηρεάσουν και τις οικονομικές επιδόσεις μεγάλων επιχειρήσεων αγροχημικών. Για την PI Industries, η Jefferies προβλέπει μείωση εσόδων κατά 8% σε ετήσια βάση και υποχώρηση των κερδών προ τόκων, φόρων και αποσβέσεων (EBITDA) κατά 30%.
Ανάλογη εικόνα εκτιμάται ότι θα παρουσιάσει η UPL, με τα έσοδά της να αναμένεται να μειωθούν κατά 5% και τα EBITDA κατά 6%.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι υψηλότερες τιμές των αγροτικών προϊόντων δεν συνεπάγονται απαραίτητα αύξηση της κατανάλωσης γεωργικών εφοδίων.
Αντίθετα, η περιορισμένη ζήτηση για αγροχημικά και οι διαφοροποιήσεις στις τιμές των εισροών διαμορφώνουν ένα περιβάλλον στο οποίο οι επιχειρήσεις φυτοπροστασίας συνεχίζουν να δέχονται πιέσεις, παρά την άνοδο των διεθνών τιμών σε βασικές αγροτικές καλλιέργειες.