Πού βρίσκονται οι τιμές σύσπορου στην Ελλάδα, πώς επηρεάζονται από τη διεθνή αγορά και τι σημαίνει το κόστος παραγωγής
Με το σύσπορο να κινείται στα 45–48 λεπτά το κιλό στα μέσα Οκτωβρίου, το κόστος παραγωγής και οι εμπορικές συνθήκες καθορίζουν τις πραγματικές προοπτικές της καλλιέργειας.
Του Γ. Παπαδόπουλου
Η ανάκαμψη των διεθνών τιμών βαμβακιού δημιουργεί συγκρατημένες προσδοκίες για τους Έλληνες παραγωγούς, χωρίς όμως να εξασφαλίζει ανάλογη βελτίωση του αγροτικού εισοδήματος. Στα μέσα Οκτωβρίου, οι αναφερόμενες τιμές σύσπορου σε εκκοκκιστήρια της Θεσσαλίας κυμαίνονταν περίπου μεταξύ 45 και 48 λεπτών ανά κιλό, την ώρα που το χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης διαπραγματευόταν την εκκοκκισμένη ίνα κοντά στα 81 σεντς ανά λίμπρα.
Η διαφορά μεταξύ των δύο αγορών δεν είναι απλώς ζήτημα μετατροπής νομισμάτων και μονάδων μέτρησης. Η διεθνής χρηματιστηριακή τιμή αφορά το εκκοκκισμένο βαμβάκι, ενώ ο Έλληνας παραγωγός παραδίδει σύσπορο. Η τιμή που τελικά εισπράττει εξαρτάται από την απόδοση εκκόκκισης, την ποιότητα, την αξία του βαμβακόσπορου, την ισοτιμία ευρώ–δολαρίου και τους εμπορικούς όρους.
Με βάση τις διεθνείς τιμές που εξετάζονται για τη νέα περίοδο, ένα ενδεικτικό εύρος αποτίμησης του ελληνικού σύσπορου τοποθετείται στα 46–52 λεπτά ανά κιλό, υπό συγκεκριμένες παραδοχές. Πρόκειται για εκτίμηση και όχι για εξασφαλισμένη τιμή παραγωγού, καθώς οι μεταβολές στην αγορά μπορούν να αλλάξουν γρήγορα τα δεδομένα.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα, πάντως, παραμένει το κόστος της καλλιέργειας. Η άρδευση, η ηλεκτρική ενέργεια, τα λιπάσματα, η φυτοπροστασία και η μηχανική συγκομιδή απορροφούν σημαντικό μέρος των εσόδων. Για μια εκμετάλλευση που λειτουργεί με υψηλές δαπάνες, ακόμη και μια βελτίωση λίγων λεπτών στην τιμή πώλησης δεν σημαίνει απαραίτητα ικανοποιητικό οικονομικό αποτέλεσμα.
Παράλληλα, η θέση της Ελλάδας ως βασικού παραγωγού βαμβακιού στην Ευρωπαϊκή Ένωση δημιουργεί δυνατότητες που δεν έχουν αξιοποιηθεί πλήρως. Η εγγύτητα με την ευρωπαϊκή κλωστοϋφαντουργία, ιδιαίτερα την ιταλική, και η αυξανόμενη σημασία της πιστοποιημένης προέλευσης μπορούν να αποτελέσουν εμπορικά πλεονεκτήματα.
Οι νέες απαιτήσεις για ιχνηλασιμότητα, περιβαλλοντική τεκμηρίωση και ποιότητα ενδέχεται να ανοίξουν τον δρόμο για προϊόντα υψηλότερης προστιθέμενης αξίας. Αυτό, ωστόσο, προϋποθέτει συμφωνίες με τη μεταποιητική βιομηχανία, οργανωμένη εμπορία και ουσιαστική συμμετοχή των παραγωγών στα πρόσθετα έσοδα.
Η παραγωγή ποιοτικού βαμβακιού δεν αρκεί από μόνη της για να εξασφαλίσει καλύτερη τιμή, εφόσον η πρόσθετη αξία δεν αποτυπώνεται στους όρους αγοράς του σύσπορου.
Η επόμενη καλλιεργητική περίοδος θα κριθεί επομένως τόσο από τη διεθνή συγκυρία όσο και από τις δυνατότητες της ελληνικής παραγωγής να περιορίσει τις δαπάνες και να ενισχύσει τη διαπραγματευτική της θέση.
Η άνοδος του χρηματιστηρίου αποτελεί μια ευνοϊκή εξέλιξη, όχι όμως και εγγύηση κερδοφορίας. Το πραγματικό μέτρο της αγοράς παραμένει το εισόδημα που απομένει μετά τη συγκομιδή, όταν από την αξία της παραγωγής αφαιρεθεί το κόστος για να φτάσει το βαμβάκι στο εκκοκκιστήριο.