Αλιεία στην ΕΕ: Η Ισπανία απορροφά σχεδόν το ένα τρίτο της αξίας των αλιευμάτων

Μόλις το 8% των ποσοτήτων προέρχεται από τη Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα

Σημαντικές ανισορροπίες στην κατανομή της αλιευτικής δραστηριότητας μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών και θαλάσσιων περιοχών αποκαλύπτουν τα στοιχεία της Eurostat για το 2025. Η Ισπανία συγκεντρώνει σχεδόν το ένα τρίτο της συνολικής αξίας των αλιευμάτων που εκφορτώνονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση, την ώρα που η Μεσόγειος και η Μαύρη Θάλασσα αντιπροσωπεύουν λιγότερο από το ένα δέκατο της ευρωπαϊκής παραγωγής σε όγκο.

Η συνολική αξία των εκφορτώσεων στην ΕΕ διαμορφώθηκε στα 5,5 δισ. ευρώ, παραμένοντας ουσιαστικά σταθερή σε σύγκριση με το 2024, ενώ οι ποσότητες έφτασαν τους 3,3 εκατ. τόνους.

Η κυριαρχία της Ισπανίας είναι ιδιαίτερα εμφανής στα οικονομικά μεγέθη. Με μερίδιο 31% επί της συνολικής αξίας, τα αλιεύματα που εκφορτώνονται στη χώρα αντιστοιχούν σε περίπου 1,7 δισ. ευρώ. Η Γαλλία ακολουθεί με 18%, δηλαδή περίπου 990 εκατ. ευρώ, ενώ η Ιταλία βρίσκεται στην τρίτη θέση με 12%, που μεταφράζεται σε περίπου 660 εκατ. ευρώ.

Ωστόσο, η οικονομική κατάταξη δεν συμβαδίζει απόλυτα με τις ποσότητες των αλιευμάτων. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Δανίας, η οποία καταλαμβάνει τη δεύτερη θέση στην ΕΕ ως προς τον όγκο των εκφορτώσεων, με ποσοστό 16%, χωρίς να βρίσκεται μεταξύ των τριών πρώτων χωρών σε αξία.

Αντίστοιχα, η Ισπανία διατηρεί την πρώτη θέση και σε ποσότητες, με μερίδιο 21%, ενώ η Γαλλία ακολουθεί τη Δανία με 14%. Η διαφοροποίηση αυτή αντανακλά, μεταξύ άλλων, τις διαφορές στη σύνθεση των αλιευμάτων και στην εμπορική αξία των ειδών που εκφορτώνονται σε κάθε χώρα.

Η μεγαλύτερη συγκέντρωση αλιευτικής δραστηριότητας καταγράφεται στον Βορειοανατολικό Ατλαντικό, όπου πραγματοποιείται το 72% των συνολικών εκφορτώσεων της ΕΕ. Πρόκειται για περίπου 2,38 εκατ. τόνους, με τη ρέγγα, το προσφυγάκι, την παπαλίνα και το σκουμπρί να συγκαταλέγονται στα είδη που διαμορφώνουν τον κύριο όγκο της παραγωγής.

Σημαντικά διαφορετική είναι η εικόνα στα νερά της Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας. Οι δύο περιοχές συμμετέχουν με μόλις 8% στις συνολικές ποσότητες, δηλαδή περίπου 264.000 τόνους, με τον γαύρο και τη σαρδέλα να βρίσκονται μεταξύ των χαρακτηριστικότερων αλιευμάτων.

Η διαφορά αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τις μεσογειακές χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, καθώς οι τοπικοί αλιευτικοί στόλοι δραστηριοποιούνται σε μια θαλάσσια περιοχή με σαφώς μικρότερο μερίδιο στον συνολικό όγκο της ευρωπαϊκής αλιείας.

Παράλληλα, τα στοιχεία αναδεικνύουν ότι ο όγκος των αλιευμάτων δεν αποτελεί από μόνος του δείκτη της οικονομικής βαρύτητας ενός αλιευτικού κλάδου. Η αξία της παραγωγής εξαρτάται και από τα είδη που αλιεύονται, τη ζήτηση στην αγορά και τις τιμές διάθεσής τους.

Για τους Έλληνες επαγγελματίες αλιείς, η εικόνα αυτή συνδέεται με τη συζήτηση για την ανανέωση του γηρασμένου στόλου, τη συγκράτηση του λειτουργικού κόστους και τη διαχείριση των αλιευτικών πόρων. Η διατήρηση της οικονομικής βιωσιμότητας των αλιευτικών εκμεταλλεύσεων αποτελεί κρίσιμο ζήτημα, ιδιαίτερα για τις παράκτιες και νησιωτικές περιοχές όπου η αλιεία εξακολουθεί να στηρίζει την τοπική οικονομία.

Τα δεδομένα του 2025 καταγράφουν, τελικά, μια ευρωπαϊκή αλιευτική αγορά με σταθερή συνολική αξία, αλλά έντονη γεωγραφική συγκέντρωση τόσο της παραγωγής όσο και των οικονομικών της αποτελεσμάτων.