Τα λιπάσματα είναι ακριβότερα κατά 45% σε σχέση με το 2024

Σε υψηλά επίπεδα εξακολουθούν να κινούνται οι τιμές των αζωτούχων λιπασμάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, παρά τη σημαντική αποκλιμάκωση που καταγράφεται στο κόστος των εισαγόμενων προϊόντων. Η διαφορετική πορεία των δύο αγορών δημιουργεί νέα δεδομένα για τους Ευρωπαίους αγρότες, οι οποίοι συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν αυξημένες δαπάνες λίπανσης, την ώρα που οι διεθνείς τιμές εμφανίζουν σημάδια υποχώρησης.

Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται στην έκθεση παρακολούθησης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, με ημερομηνία 5 Οκτωβρίου 2026, σύμφωνα με την οποία οι τιμές των αζωτούχων λιπασμάτων στην εσωτερική αγορά της ΕΕ διαμορφώθηκαν τον Σεπτέμβριο σε επίπεδα υψηλότερα κατά 45,1% από τον μέσο όρο του 2024.

Μάλιστα, η απόκλιση διευρύνθηκε μέσα σε έναν μήνα, καθώς τον Αύγουστο οι αντίστοιχες τιμές ήταν αυξημένες κατά 40,5% σε σχέση με το 2024. Πρόκειται για επιδείνωση κατά 4,6 ποσοστιαίες μονάδες, παρά την πτωτική πορεία που ακολούθησε το κόστος των εισαγωγών.

Αντίθετα, τα στοιχεία για τα αζωτούχα λιπάσματα που εισάγονται στην ευρωπαϊκή αγορά δείχνουν αισθητή μείωση της μέσης μοναδιαίας αξίας τους.

Συγκεκριμένα, τον Σεπτέμβριο η μέση αξία εισαγωγής διαμορφώθηκε στα 362 ευρώ ανά τόνο, έναντι 416 ευρώ τον Αύγουστο. Η υποχώρηση κατά 54 ευρώ ανά τόνο αντιστοιχεί σε μείωση περίπου 13% μέσα σε έναν μήνα.

Ωστόσο, ακόμη και μετά τη συγκεκριμένη πτώση, τα εισαγόμενα αζωτούχα λιπάσματα παραμένουν ακριβότερα σε σύγκριση με το 2024, όταν η μέση αξία τους ανερχόταν σε 298 ευρώ ανά τόνο.

Έτσι, η διαφορά από το επίπεδο αναφοράς του 2024 περιορίστηκε στο 21,5% τον Σεπτέμβριο, από 39,5% τον Αύγουστο, καταγράφοντας σημαντική αποκλιμάκωση.

Η εξέλιξη αναδεικνύει τη διαφορετική κατεύθυνση που ακολουθούν οι δύο δείκτες. Ενώ η μέση αξία των εισαγωγών μειώνεται, οι τιμές στην εσωτερική αγορά εξακολουθούν να βρίσκονται σε ανοδική τροχιά σε σχέση με τα επίπεδα του 2024.

Ανάλογη εικόνα παρατηρείται και στα σύνθετα λιπάσματα που περιέχουν άζωτο, όπου επίσης καταγράφεται σημαντική μείωση της μέσης αξίας εισαγωγής.

Τον Σεπτέμβριο, η τιμή τους υποχώρησε στα 625 ευρώ ανά τόνο, από 697 ευρώ τον προηγούμενο μήνα. Η μείωση ανήλθε σε 72 ευρώ ανά τόνο, ποσοστό περίπου 10,3%.

Παρά την πτώση, το κόστος των συγκεκριμένων εισαγόμενων λιπασμάτων εξακολουθεί να υπερβαίνει κατά 28,6% τον μέσο όρο του 2024, ο οποίος είχε διαμορφωθεί στα 486 ευρώ ανά τόνο.

Τον Αύγουστο, η αντίστοιχη απόκλιση έφτανε το 43,5%, γεγονός που δείχνει ότι μέσα σε έναν μήνα περιορίστηκε αισθητά η διαφορά σε σχέση με το έτος βάσης.

Για τον αγροτικό κόσμο, το βασικό ζήτημα παραμένει κατά πόσο η αποκλιμάκωση του κόστους εισαγωγής θα μεταφερθεί τελικά στις τιμές αγοράς των λιπασμάτων.

Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία ενόψει των προγραμματισμένων καλλιεργητικών εργασιών και των αγορών εφοδίων για την επόμενη παραγωγική περίοδο, καθώς η λίπανση αποτελεί σημαντικό μέρος του συνολικού κόστους σε πολλές καλλιέργειες.

Οι υψηλές τιμές επιβαρύνουν ιδιαίτερα τις εκμεταλλεύσεις με μεγάλες ανάγκες αζωτούχου λίπανσης, περιορίζοντας τα περιθώρια κερδοφορίας των παραγωγών, ιδίως όταν οι τιμές πώλησης των αγροτικών προϊόντων δεν ακολουθούν αντίστοιχη ανοδική πορεία.

Την ίδια στιγμή, η μείωση της αξίας των εισαγωγών δεν συνεπάγεται αυτομάτως ανάλογη υποχώρηση των τιμών που πληρώνουν οι αγρότες, καθώς μεσολαβούν παράγοντες όπως τα αποθέματα, το κόστος διακίνησης και οι συνθήκες εμπορίας στην εσωτερική αγορά.

Τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής καταγράφουν, επομένως, μια αγορά στην οποία το κόστος εισαγωγής εμφανίζει σημάδια αποκλιμάκωσης, χωρίς αυτό να έχει αποτυπωθεί ακόμη στους εγχώριους δείκτες τιμών. Το κατά πόσο η τάση αυτή θα συνεχιστεί και θα επηρεάσει τις τελικές τιμές διάθεσης αποτελεί κρίσιμη παράμετρο για το κόστος παραγωγής των Ευρωπαίων αγροτών τους επόμενους μήνες.

Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις