Άνοδος 10% στις τιμές των τροφίμων και 14% στα λιπάσματα
Αύξηση κατά 23% αναμένεται να καταγράψουν οι παγκόσμιες τιμές των εμπορευμάτων το 2026, σύμφωνα με την τελευταία εξαμηνιαία έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας, η οποία προειδοποιεί για τον κίνδυνο νέας επισιτιστικής κρίσης, καθώς οι πολεμικές συγκρούσεις, το αυξημένο ενεργειακό κόστος και τα ακραία καιρικά φαινόμενα ασκούν πιέσεις στις αγορές τροφίμων και αγροτικών εφοδίων.
Στην έκθεση για τις προοπτικές των αγορών εμπορευμάτων (Commodity Markets Outlook), η Παγκόσμια Τράπεζα εκτιμά ότι οι τιμές των τροφίμων θα αυξηθούν κατά λίγο περισσότερο από 10% το 2026 και κατά επιπλέον 7% το 2027, με τη σωρευτική ανατίμηση στη διετία να διαμορφώνεται κοντά στο 18%.
Οι αυξήσεις αποδίδονται, μεταξύ άλλων, στις διαταραχές των μεταφορών σιτηρών στη Μαύρη Θάλασσα λόγω του πολέμου μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, στις συνέπειες της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή και στην άνοδο του κόστους παραγωγής εξαιτίας των υψηλότερων τιμών ενέργειας και λιπασμάτων.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και το ενδεχόμενο εμφάνισης ενός ιδιαίτερα ισχυρού φαινομένου Ελ Νίνιο, το οποίο θα μπορούσε να επηρεάσει τις αποδόσεις βασικών γεωργικών καλλιεργειών και να περιορίσει την προσφορά τροφίμων στις διεθνείς αγορές.
Σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, εάν οι συγκεκριμένοι κίνδυνοι εκδηλωθούν ταυτόχρονα, οι τιμές των τροφίμων θα μπορούσαν να διαμορφωθούν έως και 12% υψηλότερα από τις βασικές προβλέψεις.
Ένα τέτοιο σενάριο θα μπορούσε να προκαλέσει νέα επισιτιστική κρίση, αντίστοιχη με εκείνη των αρχών της δεκαετίας του 2010, όταν περισσότεροι από 40 εκατομμύρια άνθρωποι οδηγήθηκαν επιπλέον σε συνθήκες ακραίας φτώχειας.
Σημαντικές πιέσεις καταγράφονται και στην αγορά των λιπασμάτων, με την Παγκόσμια Τράπεζα να προβλέπει αύξηση των τιμών κατά 14% το 2026, κυρίως εξαιτίας της ανόδου των τιμών της ουρίας.
Για το 2027, πάντως, προβλέπεται αποκλιμάκωση των τιμών των λιπασμάτων στα επίπεδα του 2025.
Η διατήρηση υψηλού κόστους αγροτικών εισροών αποτελεί πρόσθετο παράγοντα επιβάρυνσης για τις γεωργικές εκμεταλλεύσεις, καθώς επηρεάζει το κόστος καλλιέργειας και μπορεί να μεταφερθεί στις τελικές τιμές των γεωργικών προϊόντων.
Ακόμη μεγαλύτερη αύξηση αναμένεται στις τιμές της ενέργειας, οι οποίες εκτιμάται ότι θα ενισχυθούν κατά 32% το 2026, φτάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο από το 2022.
Η μέση τιμή του πετρελαίου Brent προβλέπεται να διαμορφωθεί περίπου στα 92 δολάρια το βαρέλι για το σύνολο του έτους, καθώς οι διαταραχές στην παραγωγή και στις θαλάσσιες μεταφορές περιορίζουν την προσφορά στις διεθνείς αγορές.
Παράλληλα, η παγκόσμια ζήτηση πετρελαίου αναμένεται να μειωθεί κατά 2,5% το 2026, καταγράφοντας την τρίτη μεγαλύτερη ετήσια υποχώρηση μετά το 2020, λόγω της πανδημίας, και το 1980, κατά την πετρελαϊκή κρίση.
Η Παγκόσμια Τράπεζα επισημαίνει ότι οι τιμές της ενέργειας θα μπορούσαν να αυξηθούν περαιτέρω σε περίπτωση κλιμάκωσης των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή ή συνέχισης των ζημιών στις ρωσικές πετρελαϊκές υποδομές.
Ανοδικά αναμένεται να κινηθούν και οι τιμές των βιομηχανικών μετάλλων, με προβλεπόμενη αύξηση 25% το 2026.
Το αλουμίνιο, ο χαλκός και ο κασσίτερος εκτιμάται ότι θα καταγράψουν νέα ιστορικά υψηλά, καθώς οι διαταραχές στην προσφορά συνδυάζονται με την αυξημένη ζήτηση που δημιουργούν οι επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στα ηλεκτρικά οχήματα και στα κέντρα δεδομένων.
Ακόμη μεγαλύτερη άνοδο, της τάξης του 40%, προβλέπεται να εμφανίσουν τα πολύτιμα μέταλλα, καθώς η γεωπολιτική αβεβαιότητα ενισχύει τη ζήτηση για ασφαλή επενδυτικά καταφύγια, όπως ο χρυσός.
Για το 2027, πάντως, η Παγκόσμια Τράπεζα προβλέπει αποκλιμάκωση των πιέσεων στις τιμές των πολύτιμων μετάλλων.
Παράλληλα, ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ανάγκη προστασίας των οικονομικά ευάλωτων πληθυσμών και ενίσχυσης των χωρών χαμηλού εισοδήματος, οι οποίες αντιμετωπίζουν ήδη αυξημένες πιέσεις από το χρέος και το κόστος των εισαγωγών.
Σύμφωνα με την έκθεση, η Παγκόσμια Τράπεζα έχει ήδη διαθέσει 8,7 δισ. δολάρια σε δάνεια χαμηλού κόστους και άλλες μορφές οικονομικής βοήθειας προς 25 χώρες που έχουν επηρεαστεί από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή.
Από αυτές, δέκα χώρες αναπροσάρμοσαν υφιστάμενα προγράμματα για την κάλυψη δαπανών που σχετίζονται με την κρίση, ενώ 19 αξιοποίησαν νέους χρηματοδοτικούς πόρους, με ορισμένες να κάνουν χρήση και των δύο δυνατοτήτων.
Η Παγκόσμια Τράπεζα προειδοποιεί ότι η ταυτόχρονη άνοδος των τιμών της ενέργειας, των τροφίμων και των γεωργικών εφοδίων, σε συνδυασμό με τις διαταραχές του διεθνούς εμπορίου, ενδέχεται να επιδεινώσει τις πληθωριστικές πιέσεις και την επισιτιστική ανασφάλεια, ιδιαίτερα στις οικονομικά ασθενέστερες χώρες.