Περισσότερο γάλα και γαλακτοκομικά στην ευρωπαϊκή αγορά, αλλά οι παραγωγοί συνεχίζουν να δέχονται πιέσεις
Αυξημένες ποσότητες γάλακτος φτάνουν στις ευρωπαϊκές γαλακτοβιομηχανίες, την ώρα που οι τιμές παραγωγού παραμένουν σημαντικά χαμηλότερες σε σχέση με πέρυσι. Η Ελλάδα μάλιστα καταγράφει τη μεγαλύτερη αύξηση στις παραδόσεις γάλακτος μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης τον Αύγουστο του 2026, με άνοδο 13,3%, σε μια περίοδο κατά την οποία η μέση ευρωπαϊκή τιμή παραγωγού έχει υποχωρήσει σχεδόν κατά 20% σε ετήσια βάση.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι παραδόσεις γάλακτος στις γαλακτοβιομηχανίες της ΕΕ αυξήθηκαν κατά 3% το πρώτο οκτάμηνο του 2026, σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους.
Ωστόσο, η μεγαλύτερη διαθεσιμότητα πρώτης ύλης δεν συνοδεύτηκε από βελτίωση των τιμών που εισπράττουν οι κτηνοτρόφοι. Αντίθετα, η μέση τιμή παραγωγού στην ΕΕ διαμορφώθηκε τον Αύγουστο στα 42,8 λεπτά του ευρώ ανά κιλό, καταγράφοντας πτώση 19,7% σε σχέση με τον ίδιο μήνα του 2025.
Η συγκεκριμένη τιμή ήταν επίσης χαμηλότερη κατά 8,3% από τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας, αποτυπώνοντας τις πιέσεις που επικρατούν στην ευρωπαϊκή αγορά γάλακτος.
Τον Σεπτέμβριο καταγράφηκε μικρή ανάκαμψη, με τη μέση τιμή να διαμορφώνεται στα 43,11 λεπτά ανά κιλό, χωρίς ωστόσο να ανατρέπεται η συνολικά πτωτική εικόνα σε ετήσια βάση.
Οι μεγαλύτερες μειώσεις στις τιμές παραγωγού εντοπίζονται σε χώρες της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης. Στην Ουγγαρία η ετήσια πτώση έφτασε το 29%, ενώ στην Τσεχία και τη Λιθουανία διαμορφώθηκε στο 26%. Ακολούθησαν η Σλοβακία με μείωση 25% και η Ολλανδία και η Γερμανία με 24%.
Η Κύπρος ήταν η μοναδική χώρα της ΕΕ όπου οι τιμές παραγωγού παρέμειναν υψηλότερες από τα αντίστοιχα περσινά επίπεδα.
Την ίδια στιγμή, οι παραδόσεις γάλακτος αυξήθηκαν τον Αύγουστο σε 19 κράτη-μέλη, με την Ελλάδα να βρίσκεται στην πρώτη θέση ως προς τον ρυθμό αύξησης.
Συγκεκριμένα, η χώρα μας κατέγραψε άνοδο 13,3%, ενώ ακολούθησαν η Σλοβακία με 9,6% και η Δανία με 4%. Αντίθετη εικόνα παρουσιάστηκε στη Ρουμανία, όπου οι παραδόσεις μειώθηκαν κατά 13,6%, στην Εσθονία κατά 11,7% και στην Ιρλανδία κατά 8,4%. Η αύξηση της διαθέσιμης ποσότητας γάλακτος στην ΕΕ ενίσχυσε και τη μεταποίηση, με τις ευρωπαϊκές βιομηχανίες να παράγουν περισσότερα γαλακτοκομικά προϊόντα κατά το πρώτο οκτάμηνο.
Τη μεγαλύτερη άνοδο κατέγραψε το αποβουτυρωμένο γάλα σε σκόνη, με αύξηση 9%, ενώ η παραγωγή βουτύρου ενισχύθηκε κατά 7,7%.
Αυξημένη κατά 3,6% ήταν η παραγωγή τυριών, ενώ το γάλα κατανάλωσης σημείωσε άνοδο 1,1% και τα ζυμούμενα γαλακτοκομικά προϊόντα 5,1%. Αντίθετα, η παραγωγή πλήρους γάλακτος σε σκόνη μειώθηκε κατά 4,4% και του συμπυκνωμένου γάλακτος κατά 3,7%.
Η μεγαλύτερη παραγωγή συνοδεύεται και από ενίσχυση των ευρωπαϊκών εξαγωγών, χωρίς όμως αντίστοιχη αύξηση της αξίας τους. Κατά το επτάμηνο Ιανουαρίου-Ιουλίου 2026, οι εξαγωγές γαλακτοκομικών προϊόντων της ΕΕ αυξήθηκαν κατά 11,9% σε ποσότητες εκφρασμένες σε ισοδύναμο γάλακτος.
Ωστόσο, η συνολική αξία τους μειώθηκε κατά 1,5%, παρά το γεγονός ότι ξεπέρασε τα 9,47 δισ. ευρώ. Ιδιαίτερα μεγάλη ήταν η αύξηση των εξαγωγών βουτύρου, κατά 38%, και άνυδρου λίπους γάλακτος, κατά 40%. Οι εξαγωγές αποβουτυρωμένου γάλακτος σε σκόνη αυξήθηκαν κατά 14% και των τυριών κατά 6%, ενώ οι αποστολές ορού γάλακτος σε σκόνη μειώθηκαν κατά 4%.
Πρόσθετη ζήτηση για επιλεγμένα ευρωπαϊκά γαλακτοκομικά προϊόντα καταγράφηκε από την Κίνα, τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς και από αγορές της Ασίας και της Μέσης Ανατολής.
Παράλληλα, διαφορετικές τάσεις επικρατούν στις τιμές των επιμέρους γαλακτοκομικών προϊόντων. Το τετραβδόμαδο έως τις 18 Οκτωβρίου, οι τιμές του αποβουτυρωμένου γάλακτος σε σκόνη αυξήθηκαν κατά 9,1%, ενώ του πλήρους γάλακτος σε σκόνη κατά 2,8%. Αντίθετα, οι τιμές του βουτύρου υποχώρησαν κατά 3,8% στο ίδιο διάστημα.
Σε ετήσια βάση, πάντως, οι τιμές του αποβουτυρωμένου γάλακτος σε σκόνη εμφανίζονται αυξημένες κατά 54,6% και του ορού γάλακτος σε σκόνη κατά 52,3%.
Τα στοιχεία αποτυπώνουν μια ευρωπαϊκή γαλακτοκομική αγορά στην οποία η παραγωγή και οι εξαγωγές αυξάνονται, αλλά η ενίσχυση της εμπορικής δραστηριότητας δεν μεταφράζεται ακόμη σε ανάκαμψη των τιμών παραγωγού.