Υπόμνημα για τις Γεωτεχνικές Υπηρεσίες, τις Γεωτεχνικές Σπουδές και την Προστασία του Φυσικού Περιβάλλοντος

Η σοβαρή και μόνιμη πλέον έλλειψη Γεωπόνων και Ιχθυολόγων στις δημόσιες υπηρεσίες έχει άμεσο αρνητικό αντίκτυπο στην υποστήριξη της ανάπτυξης του πρωτογενούς τομέα της οικονομίας.

"Υπόμνημα για τις Γεωτεχνικές Υπηρεσίες, τις Γεωτεχνικές Σπουδές και την Προστασία του Φυσικού Περιβάλλοντος εν όψει της 85ης Δ.Ε.Θ."

Ακολουθεί το υπόμνημα:

Αξιότιμε κ. Πρωθυπουργέ,

το έτος 2020 ήταν μια ιδιαίτερα δύσκολη χρονιά λόγω της εμφάνισης της πανδημίας του νέου κορωνοϊού και με το περσινό μας υπόμνημα στοιχειοθετήσαμε την αποτελεσματική αντίδραση των γεωτεχνικών υπηρεσιών στις νέες συνθήκες που προέκυψαν, παρά τη σοβαρή υποστελέχωσή τους στην Κεντρική Μακεδονία και σε όλη την Ελλάδα. Μάλιστα, με ευχαρίστηση ακούσαμε από το στόμα σας την υπόσχεση για ικανοποίηση του αιτήματος της άμεσης πρόσληψης γεωτεχνικών επιστημόνων σε κενές οργανικές θέσεις μέσω διαδικασιών ΑΣΕΠ, κατά τη συνάντησή σας με τους παραγωγικούς φορείς της Θεσσαλονίκης. Δυστυχώς, όμως, η υπόσχεσή σας δεν έγινε πράξη.

Από τότε που ιδρύθηκαν (το 2011) οι Διευθύνσεις Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής των αιρετών Περιφερειών, οι οποίες είναι οι κύριες υπηρεσιακές δομές για τους Γεωπόνους, Κτηνιάτρους και Ιχθυολόγους ανά την Ελλάδα, δεν έχει προσληφθεί ούτε ένας γεωτεχνικός επιστήμονας σε κενή οργανική θέση, την στιγμή που εκατοντάδες συνάδελφοι γεωτεχνικοί που υπηρετούσαν σε αυτές τις Διευθύνσεις συνταξιοδοτήθηκαν.

Η σοβαρή και μόνιμη πλέον έλλειψη Γεωπόνων και Ιχθυολόγων στις δημόσιες υπηρεσίες έχει άμεσο αρνητικό αντίκτυπο στην υποστήριξη της ανάπτυξης του πρωτογενούς τομέα της οικονομίας και στην απορρόφηση των οικονομικών ενισχύσεων των ευρωπαϊκών προγραμμάτων. Ειδικότερα, οι μειωμένοι έλεγχοι λόγω ελλιπούς γεωπονικού προσωπικού δημιουργούν συνθήκες αβεβαιότητας τόσο όσον αφορά στην ασφάλεια των τροφίμων φυτικής προέλευσης (κατά την εισαγωγή, εξαγωγή και εσωτερική διακίνηση), όσο και όσον αφορά στην φυτοϋγεία των καλλιεργειών με προφανέστατη πλέον την απειλή της πιθανής εισόδου και εγκατάστασης στη χώρα μας του βακτηρίου της Xylella fastidiosa, γεγονός που εάν επισυμβεί θα έχει καταστρεπτικές συνέπειες στην οικονομία των δενδροκομικών και ελαιοπαραγωγικών νομών της Ελλάδας.

Η αντίστοιχη πρωτοφανής έλλειψη και των Κτηνιάτρων αποτελεί μία πιο άμεση απειλή για τη δημόσια υγεία λόγω των ζωονόσων και ζωοανθρωπονόσων, πέραν της αντίστοιχης επισφάλειας των τροφίμων ζωικής προέλευσης. Μάλιστα, η Ελλάδα έχει καταδικαστεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο λόγω αυτής της έλλειψης κτηνιατρικού προσωπικού και απειλείται πλέον με την επιβολή προστίμου έως και 100.000 € ανά ημέρα, καθώς και με την έκδοση ταξιδιωτικών οδηγιών αναφορικά με κινδύνους που σχετίζονται µε την Κτηνιατρική Δημόσια Υγεία. Υπογραμμίζουμε δε ότι οι Έλληνες Κτηνίατροι, οι οποίοι συχνά αντιμετωπίζουν σοβαρά ζητήματα υγείας κατά την εργασία τους, δεν λαμβάνουν το ανθυγιεινό επίδομα.

Η κατάσταση είναι το ίδιο τραγική, όμως, και για τις γεωτεχνικές ειδικότητες των Δασολόγων και των Γεωλόγων. Πρόσφατα, ο Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας κ. Κώστας Σκρέκας απέστειλε σχετική επιστολή στους αρμόδιους υπουργούς για την ανάγκη άμεσης πρόσληψης τριακοσίων (300) μόνιμων υπαλλήλων Δασολόγων – Δασοπόνων, στην οποία αφού επισημαίνει ότι οι τελευταίοι διορισμοί έγιναν πριν από δεκαεπτά (17) περίπου έτη, αναφέρει χαρακτηριστικά: «Κατά μέσο όρο σήμερα σε κάθε Δασαρχείο/Διεύθυνση Δασών αντιστοιχούν τέσσερις (4) Δασολόγοι και τρεις (3) Δασοπόνοι. Κάθε Δασολόγος καλείται σήμερα να διαχειριστεί έκταση 381.260 στρμ, με βάση το επιστημονικό πεδίο γνώσης του. Στην πραγματικότητα υπάρχουν Δασικές Υπηρεσίες με κανέναν ή το πολύ έναν Δασολόγο/Δασοπόνο. Σε αντιδιαστολή αυτών, η ελάχιστη απαίτηση Δασολόγων για τη στελέχωση των Επιτροπών Εξέτασης Αντιρρήσεων (ΕΠΕΑ) για τους δασικούς χάρτες αντιστοιχεί στον αριθμό αυτών που θα συγκροτηθούν. Και φυσικά το πρόβλημα της υποστελέχωσης των Δασικών Υπηρεσιών αναμένεται να γιγαντωθεί ακόμα περισσότερο τα επόμενα δύο χρόνια, αφού αναμένεται να συνταξιοδοτηθεί ποσοστό μεγαλύτερο από το 40% του υπηρετούντος σήμερα προσωπικού των εν λόγω ειδικοτήτων.»

Η ανάγκη άμεσης πρόσληψης λίγων εκατοντάδων γεωτεχνικών επιστημόνων σε κενές οργανικές θέσεις των δημόσιων υπηρεσιών είναι πλέον αδήριτη και υπαγορεύεται από μεγάλα εθνικά συμφέροντα, τόσον όσον αφορά στη βιώσιμη ανάπτυξη του πρωτογενούς τομέα της οικονομίας που αποτελεί τη βάση της ελληνικής οικονομικής πυραμίδας (περισσότερο από τον μισό δευτερογενή τομέα στηρίζεται στον αγροδιατροφικό τομέα), όσο και όσον αφορά στην διατροφική ασφάλεια, στην προστασία της δημόσιας υγείας, αλλά και της δημόσιας ασφάλειας, ιδιαίτερα σε σχέση με τις φυσικές καταστροφές. Είναι αδιανόητη, λοιπόν, οποιαδήποτε καθυστέρηση, αλλά και οποιαδήποτε δεύτερη σκέψη για το μισθοδοτικό κόστος που είναι πραγματικά ασήμαντο (χωρίς προσωπικές διαφορές και επιδόματα) μπροστά στα πολλαπλά οφέλη που θα προκύψουν από μία επαρκή γεωτεχνική στελέχωση του ευρύτερου δημόσιου τομέα, τόσο από την αναμενόμενη αύξηση της απορρόφησης ευρωπαϊκών οικονομικών ενισχύσεων, όσο και από την αύξηση της αποτελεσματικότητας των παραγωγικών διαδικασιών, από την προάσπιση της φυτοϋγείας και της υγείας των ζώων, από τη διασφάλιση της ποιότητας των ελληνικών αγροδιατροφικών προϊόντων και της εξαγωγικής τους πορείας, αλλά και από τη σημαντική μείωση των φυσικών καταστροφών και των οικονομικών τους επιπτώσεων που τόσο δυσάρεστα βιώσαμε φέτος.

Δυστυχώς, όμως, μέχρι σήμερα, όχι μόνο δεν έχει γίνει πράξη το αυτονόητο για τις βαθιά υποστελεχωμένες γεωτεχνικές υπηρεσίες, αλλά αντιθέτως, ταυτόχρονα, παρατηρούμε την Πολιτεία να παίρνει παράλογες αποφάσεις και να επενδύει το δημόσιο χρήμα, όχι στην επωφελή για το κράτος αξιοποίηση των υπαρχόντων γεωτεχνικών, οι περισσότεροι των οποίων έχουν και υψηλή μεταπτυχιακή εξειδίκευση, αλλά στην εκπαίδευση τεράστιων αριθμών νέων υποψήφιων γεωτεχνικών φοιτητών που θα έχουν όμως σχεδόν μηδαμινές πιθανότητες επαγγελματικής επιτυχίας.

Στην ειδικότητα των Γεωπόνων οι αριθμοί είναι συγκλονιστικοί. Τα εννέα (9) Τμήματα πανεπιστημιακού επιπέδου με πενταετείς σπουδές που οδηγούσαν σε γεωπονικό πτυχίο επιπέδου σπουδών επτά (7) – Integrated Master στην Ελλάδα, έγιναν αίφνης από το 2019 και μετά την κατάργηση των ΤΕΙ, τριάντα τρία (33) Τμήματα πανεπιστημιακού επιπέδου, εκ των οποίων τα είκοσι έξι (26) με πενταετείς σπουδές που θα οδηγούν σε γεωπονικό πτυχίο επιπέδου σπουδών επτά (7) – Integrated Master και δέχονται πλέον κάθε χρόνο περί τους 6.000 φοιτητές Γεωπονίας (6.325 για το ακαδημαϊκό έτος 2020 – 2021 και 5.828 για το ακαδημαϊκό έτος 2021 – 2022 επειδή τρία γεωπονικά Τμήματα του Πανεπιστημίου Πατρών δεν θα δεχθούν φέτος φοιτητές, αναλυτικά στοιχεία σε σχετικό πίνακα στο Παράρτημα που ακολουθεί).

Για να υπάρχει ένα μέτρο σύγκρισης με την υπάρχουσα κατάσταση, σας παραθέτουμε (στο συνημμένο Παράρτημα) τα στοιχεία απασχόλησης των Γεωπόνων που τηρεί το Επιμελητήριό μας, σύμφωνα με τα οποία, σήμερα υπάρχουν στην Ελλάδα 23.814 πτυχιούχοι Γεωπόνοι (το 21,7 % δραστηριοποιείται στο Παράρτημα Κεντρικής Μακεδονίας) εκ των οποίων οι 5.862 είναι άνεργοι (το 24,9 % είναι εγγεγραμμένο στο Παράρτημα Κεντρικής Μακεδονίας). Δηλαδή, μέχρι να πάρουν το πτυχίο τους οι νέοι φοιτητές Γεωπονίας των τριάντα τριών (33) Τμημάτων θα έχουν ξεπεράσει σε αριθμό όλους τους εν ζωή Γεωπόνους της Ελλάδας. Φυσικά, 6.000 Γεωπόνους το χρόνο, δεν χρειάζεται ούτε ολόκληρη η Νότια Ευρώπη και εάν αυτή η ανισορροπία δεν σταματήσει, σε είκοσι περίπου χρόνια, οι πτυχιούχοι Γεωπόνοι, ίσως, θα ξεπερνούν σε αριθμό και τους επαγγελματίες αγρότες (!!!).

 Το μεγάλο πρόβλημα, όμως, δεν είναι η μελλοντική αμφίβολη έως ανύπαρκτη επαγγελματική αποκατάσταση αυτών των νέων ανθρώπων (και η κατασπατάληση των οικογενειακών πόρων και του ατομικού χρόνου για πιθανώς αδιέξοδες σπουδές), αλλά η συνακόλουθη διασπάθιση του δημόσιου χρήματος τη στιγμή που οι γεωτεχνικές δημόσιες υπηρεσίες στερούνται δημόσιους πόρους και παραπαίουν χωρίς στελέχωση και επαρκείς υλικοτεχνικές υποδομές. Ακόμη και τα ίδια τα τριάντα τρία (33) γεωπονικά Τμήματα, όμως, δεν είναι επαρκώς στελεχωμένα με τα απαιτούμενα μέλη ΔΕΠ, ούτε όλα έχουν κατάλληλες εργαστηριακές υποδομές και φυσικά τίθεται θέμα και ποιότητας της εκπαίδευσης την οποία μπορούν να προσφέρουν πολλά από αυτά, σε ένα επιστημονικό πεδίο με υψηλές απαιτήσεις σε υλικοτεχνικές υποδομές, τόσο εντός εργαστηρίου, όσο και στο χωράφι, στο στάβλο ή στο θερμοκήπιο, όπως είναι αυτό της Γεωπονικής επιστήμης.

Σε οποιαδήποτε σοβαρή χώρα θα εφαρμοζόταν άμεσα σχέδιο σαρωτικής συγχώνευσης των γεωπονικών Τμημάτων και δραστικής μείωσης του αριθμού των εισακτέων, ώστε να προκύψουν λίγα νέα Τμήματα που θα έχουν υψηλές δυνατότητες γεωπονικής εκπαίδευσης. Η πρόσφατη θέσπιση της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής στα Πανεπιστημιακά Τμήματα αναμένεται να μειώσει τους εισακτέους στα γεωπονικά Τμήματα, γεγονός το οποίο δεν επιφέρει, όμως, και τη λύση του προβλήματος, καθώς απαιτείται η αναδιάρθρωση των εκπαιδευτικών δομών των γεωτεχνικών σπουδών. Είναι μάλιστα αξιοπρόσεκτο και το επισημαίνουμε ότι στην Κεντρική Μακεδονία, η οποία είναι η πιο δυναμική αγροτική Περιφέρεια της Ελλάδας με ποσοστό συμμετοχής του αγροτικού τομέα στην Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία κατά 50% μεγαλύτερο του εθνικού μέσου όρου, με αρδευόμενο το 48% της γεωργικής της γης (στην Κεντρική Μακεδονία βρίσκεται το 24% της αρδευόμενης ελληνικής γεωργικής γης) και στην οποία δραστηριοποιείται το 22% των Ελλήνων Γεωπόνων, χωροθετούνται μόνο τα τρία (3) από τα τριάντα τρία (33) γεωπονικά Τμήματα της Ελληνικής Επικράτειας σε πλήρη αναντιστοιχία με τη δυναμικότητα και τις τοπικές ανάγκες. Είναι κι αυτό ενδεικτικό των ψηφοθηρικών κριτηρίων που εφαρμόστηκαν στον όποιο σχετικό σχεδιασμό κατά την ίδρυσή τους.

Ο παραλογισμός και η έλλειψη ορθολογικού σχεδιασμού αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι η εικόνα αυτή αντιστρέφεται πλήρως όσον αφορά στις Κτηνιατρικές σπουδές. Στη χώρα που διαθέτει τριάντα τρία (33) γεωπονικά Τμήματα με 6.000 εισακτέους φοιτητές Γεωπονίας το χρόνο, υπάρχουν μόνο δύο (2) κτηνιατρικά Τμήματα με συνολικά μόλις 190 εισακτέους φοιτητές Κτηνιατρικής ετησίως. Φυσικά, αυτή η αντίστροφη εικόνα του πολύ περιορισμένου αριθμού εισακτέων φοιτητών στα Τμήματα Κτηνιατρικής δεν συσχετίζεται με ανάλογη τάση στην αγορά εργασίας, στην οποία, αντιθέτως, καταγράφεται για τους Κτηνίατρους μειωμένη ανεργία και περισσότερες δυνατότητες απασχόλησης σε σχέση με την αντίστοιχη των Γεωπόνων (σύμφωνα με τους σχετικούς πίνακες του συνημμένου Παραρτήματος).

Δυστυχώς, παρόμοιες στρεβλώσεις με ανορθολογική υπερπληθώρα εισακτέων φοιτητών παρατηρείται πλέον και στα δασολογικά Τμήματα, ενώ αμετάβλητη παρέμεινε η κατάσταση για τους Γεωλόγους. Συγκεκριμένα, τα δύο (2) Τμήματα πανεπιστημιακού επιπέδου με πενταετείς σπουδές που οδηγούσαν σε δασολογικό πτυχίο επιπέδου σπουδών επτά (7) – Integrated Master στην Ελλάδα, έγιναν αίφνης από το 2019 και μετά την κατάργηση των ΤΕΙ, πέντε (5) Τμήματα πανεπιστημιακού επιπέδου, όλα με πενταετείς σπουδές που θα οδηγούν σε δασολογικό πτυχίο επιπέδου σπουδών επτά (7) – Integrated Master και δέχονται πλέον κάθε χρόνο σχεδόν 1.000 φοιτητές Δασολογίας. Σήμερα, όμως, δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα 4.216 Δασολόγοι (το 36% αυτών είναι εγγεγραμμένοι στο Παράρτημα Κεντρικής Μακεδονίας) εκ των οποίων οι 1.229 είναι άνεργοι (το 46% των άνεργων Δασολόγων είναι εγγεγραμμένοι στο Παράρτημα Κεντρικής Μακεδονίας, σύμφωνα με σχετικό πίνακα του συνημμένου Παραρτήματος). Γίνεται, λοιπόν, άμεσα αντιληπτό πως η δωρεάν δημόσια εκπαίδευση 940 φοιτητών Δασολογίας ετησίως στη χώρα μας αποτελεί μια λανθασμένη επιλογή κατασπατάλησης δημόσιων πόρων και καταδίκης νέων ανθρώπων σε σπουδές χωρίς επαγγελματικό αντίκρισμα.

Τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα θα πρέπει να είναι συνδεδεμένα με την αγορά εργασίας με μία σχέση αλληλεπίδρασης, τόσο σε ερευνητικό, όσο και σε εκπαιδευτικό επίπεδο. Τα προγράμματα σπουδών, οι εξειδικεύσεις και ο αριθμός των εισακτέων ανά Τμήμα πρέπει να καθορίζονται από τις ανάγκες της αγοράς εργασίας, όπως γίνεται παγκοσμίως. Στη χώρα μας, αυτή τη στιγμή, υπάρχει πλήθος αξιόλογων γεωτεχνικών επιστημόνων με υψηλή εξειδίκευση μεταπτυχιακού, διδακτορικού και μεταδιδακτορικού επιπέδου, των οποίων οι πολύτιμες γνώσεις, για τις οποίες επενδύθηκε δημόσιο χρήμα, παραμένουν αναξιοποίητες και τους οδηγούν διαρκώς στη μετανάστευση.

Στην Ελλάδα, τους γεωτεχνικούς επιστήμονες συνήθως τους θυμάται η Πολιτεία μετά από κάθε καταστροφή, όπως συμβαίνει με τους Γεωλόγους μετά από σεισμό, κατολίσθηση ή πλημμύρα ή με τους Δασολόγους μετά από την πυρκαγιά, αλλά η έλλειψη των υπηρεσιών τους δεν αναπληρώνεται στη συνέχεια, όταν όλα ξεχνιούνται(;). Επιβάλλεται, όμως, το ελληνικό κράτος να περάσει επιτέλους από το ρόλο του Επιμηθέα, στο ρόλο του Προμηθέα και να χρησιμοποιήσει κατάλληλα το γεωτεχνικό επιστημονικό προσωπικό. Είναι ανάγκη να σχεδιάσουμε όλοι μαζί ένα ασφαλέστερο μέλλον, να καταρτίσουμε και να εφαρμόσουμε Κανονισμούς Πρόληψης Φυσικών Καταστροφών για να μη βρισκόμαστε διαρκώς στη δυσάρεστη θέση να αντιμετωπίζουμε τις συνέπειές τους.

Αξιότιμε κ. Πρωθυπουργέ,

η απαιτούμενη γενναία απόφαση για την αλλαγή πολιτικής και για τον εξορθολογισμό των κυβερνητικών ενεργειών τόσο στον τομέα των γεωτεχνικών υπηρεσιών (με σημαντική επένδυση σε εξειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό και υλικοτεχνική υποδομή), όσο και στον τομέα των γεωτεχνικών σπουδών (με αναδιάρθρωση του αριθμού των Τμημάτων και των εισακτέων φοιτητών), επιβάλλεται να ληφθεί άμεσα και λόγω των πολλαπλών συνεπειών της κλιματικής αλλαγής που ήδη βιώνονται με οδυνηρό τρόπο σε όλο τον πλανήτη.

Η μέση ετήσια θερμοκρασία της γης αναμένεται να αυξηθεί από 1,1°C έως 6,4°C μέχρι το 2100, ανάλογα με την ενδεχόμενη μείωση ή αύξηση της εκπομπής των “αερίων θερμοκηπίου”. Η παραπάνω αύξηση της μέσης ετήσιας θερμοκρασίας της γης αντιστοιχεί σε ένα τεράστιο ποσό ενέργειας που θα εγκλωβιστεί στην ατμόσφαιρα και θα ανατρέψει την ισορροπία του συστήματος. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα μοντέλα προβλέψεων, αλλά και τις παρατηρούμενες ήδη αλλαγές, αναμένεται ακόμη μεγαλύτερη αύξηση της συχνότητας και της έντασης των ακραίων καιρικών φαινομένων, μείωση της μέσης ετήσιας βροχόπτωσης στην Ελλάδα, με ταυτόχρονη αύξηση της έντασης και της συχνότητας των καταιγίδων, αλλά και αύξηση της θερμοκρασίας, της οξύτητας και της στάθμης της θάλασσας. Για κάθε 1,1°C άνοδο της μέσης ετήσιας θερμοκρασίας αναμένεται 5–15% μείωση των σημερινών μέσων αποδόσεων των καλλιεργειών (η άνοδος της θερμοκρασίας τα τελευταία 30 χρόνια έχει μειώσει τις σοδειές σίτου και αραβοσίτου κατά 4–5%), ενώ θα προκληθεί αναδιάρθρωση των καλλιεργούμενων ειδών και ποικιλιών που ευδοκιμούν στις κατά τόπους περιοχές.

Ο ρόλος των γεωτεχνικών επιστημόνων (Γεωπόνων, Δασολόγων, Κτηνιάτρων, Γεωλόγων και Ιχθυολόγων) και των γεωτεχνικών δημόσιων υπηρεσιών θα είναι καθοριστικός για την αντιμετώπιση των ανωτέρω δυσμενών συνεπειών της κλιματικής αλλαγής και η Ελλάδα θα πρέπει να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα το συντομότερο δυνατό.

Απαραίτητη είναι επίσης η αλλαγή και ο εξορθολογισμός της στρατηγικής για την αντιμετώπιση των φυσικών καταστροφών, καθώς ως χώρα βιώσαμε επανειλημμένα τα τελευταία χρόνια οδυνηρές τραγωδίες με απώλειες ανθρώπινων ζωών, περιουσιών και πολύτιμων φυσικών πόρων.

Όσον αφορά στη γενικότερη πολιτική για τις δασικές πυρκαγιές, το Γεωτεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας επισημαίνει τα τελευταία χρόνια ότι:

1) Οι δασικές πυρκαγιές είναι ένα πολύπλοκο πρόβλημα που έχει οικονομικές, κοινωνικές, περιβαλλοντικές προεκτάσεις. Το μοντέλο δασοπυρόσβεσης που εφαρμόζεται σήμερα, έχει πλέον αποδεδειγμένα αποτύχει. Και αυτό κρίνοντας όχι με βάση τον αριθμό των πυρκαγιών που καλείται να αντιμετωπίσει κάθε χρόνο η Πυροσβεστική Υπηρεσία, αλλά με βάση το κόστος που αυτές έχουν σε πόρους και σε ανθρώπινες ζωές. Αποδεικνύεται εκ των πραγμάτων εντελώς λανθασμένη η απόφαση απεμπλοκής της Δασικής Υπηρεσίας από την αντιμετώπιση των δασικών πυρκαγιών. Η υπηρεσία που έχει τη μεγαλύτερη και καλύτερη γνώση του αντικειμένου, όσον αφορά τις δασικές πυρκαγιές, οφείλει να έχει άμεση και καθοριστική εμπλοκή στην αντιμετώπισή τους.

2) Είναι επιβεβλημένη η εκ βάθρων αλλαγή του τρόπου οργάνωσης των Δασικών υπηρεσιών, ώστε να διαθέτουν κάθετη οργάνωση και ενιαίο κέντρο λήψης αποφάσεων. Η αναγκαιότητα αυτή έγινε επιτέλους αντιληπτή, μετά τις φετινές καταστρεπτικές πυρκαγιές, όπως αποδεικνύεται από την πρόσφατη ορθή απόφασή σας να υπαχθούν οι Δασικές υπηρεσίες στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας.

3) Ο ρόλος της Δασικής Υπηρεσίας στις Δασικές πυρκαγιές θα πρέπει να είναι καθοριστικός τόσο στην καταστολή (με τη δημιουργία Δασικού σώματος στελεχωμένου από προσωπικό που θα εκπαιδευτεί κατάλληλα), όσο και στην πρόληψη σε πέντε (5) επίπεδα: Υποδομές, Διαχείριση Δασών, Καθαρισμός, Πληροφόρηση και Εκπαίδευση των πολιτών και εθελοντών καθώς και στη Σύνταξη και Εφαρμογή των Επιχειρησιακών Σχεδίων.

4) Είναι επιβεβλημένη άμεσα η σύνταξη Επιχειρησιακών σχεδίων αντιμετώπισης Δασικών πυρκαγιών και φυσικών καταστροφών ανά Δασαρχείο, που να περιλαμβάνει την σύνδεση και την ένταξη του αγροτικού χώρου και πληθυσμού στο σχεδιασμό αυτό ώστε να θωρακιστεί το σύνολο της Ελληνικής επικράτειας.

5) Επίσης, είναι αναγκαίο να υπάρξει αλλαγή προτεραιοτήτων στη χρηματοδότηση δράσεων της πολιτείας. Σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, που το μεγαλύτερο μέρος της έκτασής της είναι δάση ή δασικές εκτάσεις και πολλές αστικές περιοχές περικλείονται ή βρίσκονται εντός δασικών περιοχών, δεν μπορεί η υποστήριξη της δασικής υπηρεσίας να είναι ελλιπής και μέρος του απαιτούμενου προσωπικού να εξασφαλίζεται μέσω προγραμμάτων κοινωφελούς εργασίας. Χρειάζεται μια πλήρως εξοπλισμένη και επαρκώς στελεχωμένη δασική υπηρεσία η οποία θα έχει έγκαιρα τους αναγκαίους για την εκπλήρωση της αποστολής της πόρους.

6) Είναι πλέον επιτακτική ανάγκη η ύπαρξη κανονισμού πυροπροστασίας των κτισμάτων (αντιπυρικός κανονισμός), αντίστοιχος με τον αντισεισμικό κανονισμό. Με τον τρόπο αυτό θα υπάρχουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί κάθε κτίσμα, ώστε να προστατεύεται από τη φωτιά.

7) Είναι απαραίτητο να γίνουν παρεμβάσεις στο σχεδιασμό και τη διαχείριση των χώρων αστικού πρασίνου, τόσο σε δημόσιους χώρους όσο και σε ιδιωτικές εκτάσεις, ώστε οι χώροι αυτοί να συμβάλλουν θετικά στην αντιπυρική προστασία της ευρύτερης περιοχής.

8) Απαιτείται να γίνει επαναπροσδιορισμός στον τρόπο αντιμετώπισης των δημοσίων και ιδιωτικών εκτάσεων όσον αφορά την πυροπροστασία. Θα πρέπει να εφαρμοστούν οι κείμενες διατάξεις και να τεθούν επιπρόσθετα κριτήρια προστασίας των εκτάσεων και των αστικών πληθυσμών, ανεξάρτητα από το ιδιοκτησιακό καθεστώς της έκτασης.

9) Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δοθεί στις περιοχές “οικιστικών πυκνώσεων’’, η καταγραφή των οποίων γίνεται στα πλαίσια της διαδικασίας κατάρτισης των δασικών χαρτών. Δεδομένου ότι οι περιοχές αυτές αποτελούν οικισμούς εντός δασών ή δασικών εκτάσεων, θα πρέπει να ληφθεί από τώρα πρόνοια για την αποτελεσματική αντιπυρική προστασία τους.

10)  Είναι αναγκαίο να εντατικοποιηθούν οι δράσεις περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης και ενημέρωσης των πολιτών σχετικά με την προστασία από τις φυσικές καταστροφές. Στα πλαίσια αυτά, κρίνεται απαραίτητη και επιβεβλημένη η εισαγωγή, στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια εκπαίδευση, μαθήματος ή σειράς μαθημάτων με αντικείμενο την προστασία από τις φυσικές καταστροφές (πυρκαγιές, πλημμύρες, σεισμούς κλπ.).

Όσον αφορά στην αντιμετώπιση των πλημμυρικών φαινομένων που εντείνονται μετά από καταστροφικές πυρκαγιές, σας ενημερώνουμε ότι οι έρευνες για τα αιτία και τον μηχανισμό λειτουργίας των πλημμυρικών φαινομένων τόσο στην χώρα μας όσο και διεθνώς έδειξαν ότι πολλές πλημμυρικές καταστροφές θα είχαν αποφευχθεί εάν δεν υπήρχαν έντονες ανθρωπογενείς επεμβάσεις στις κοίτες των χειμαρρικών ρευμάτων. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τις τελευταίες εκθέσεις της Διακυβερνητικής Επιτροπής για το κλίμα (IPCC) στην περιοχή της Μεσογείου παρά την μείωση του ετήσιου ύψους βροχής αναμένεται αύξηση των ραγδαίων βροχοπτώσεων που οδηγούν στην εκδήλωση πλημμυρικών φαινομένων. Για τους παραπάνω λόγους θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη σημασία τόσο στην ανάπτυξη συστημάτων πρόγνωσης και έγκαιρης προειδοποίησης για πλημμυρικά φαινόμενα όσο και στον σχεδιασμό και εκτέλεση αντιπλημμυρικών έργων. Η εκτέλεση μόνο πεδινών αντιπλημμυρικών έργων δεν μπορεί να αποσβέσει την εκδήλωση πλημμυρικών φαινομένων. Εάν τα έργα αυτά δεν συνοδεύονται με έργα ορεινής υδρονομίας στον ορεινό χώρο των λεκανών απορροής είναι καταδικασμένα σε αποτυχία. Παρόμοια φαινόμενα τύπου Μάνδρας (Αττική) είναι πιθανόν να εμφανιστούν και σε Περιοχές της Κεντρικής Μακεδονίας, όπως πχ. ρέμα Δενδροπόταμος στη Θεσσαλονίκη, χειμαρρικά ρεύματα Κασσάνδρας κ.α.

Στο πλαίσιο αυτό το Γεωτεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας προτείνει τα ακόλουθα:

Α. Η Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας δεν πρέπει να αρκείται σε γενικές ανακοινώσεις για επικίνδυνα καιρικά φαινόμενα, αλλά πρέπει να κατευθυνθεί σε στοχευμένα ειδικά Σχέδια Έγκαιρης Προειδοποίησης πολιτών που κατοικούν σε περιοχές με ρέματα, για επικείμενες πλημμύρες με τη χρήση σύγχρονων επιστημονικών μεθόδων αξιοποιώντας το σύνολο του επιστημονικού δυναμικού της χώρας μεταξύ των οποίων και οι Γεωλόγοι, Δασολόγοι, Γεωπόνοι μέλη του Επιμελητηρίου.

Β. Αναβάθμιση και επικαιροποίηση της Εθνικής Τράπεζας Υδρολογικής και Μετεωρολογικής Πληροφορίας (ΕΤΥΜΠ-ΥΠΕΝ.ΕΓΥ). Θα πρέπει να υπάρχει δυνατότητα πρόσβασης στα δεδομένα της στο σύνολο του επιστημονικού δυναμικού της χώρας. Να γίνει επανέλεγχος των υπαρχόντων σταθμών, εγκατάσταση βροχογράφων, πιθανή χωρική ανακατανομή αυτού, Θα πρέπει να υπάρξει ένα αξιόπιστο πανελλαδικό δίκτυο χωρίς αλληλεπικαλύψεις διαφορετικών φορέων, προσβάσιμο στην επιστημονική κοινότητα.

Γ. Επειδή κατά κανόνα οι μεγάλες και απότομες βροχοπτώσεις συμβαίνουν σε ορεινές περιοχές, η αντιμετώπιση της πλημμυρικής δράσης ενός χειμάρρου θα πρέπει να γίνεται ενιαία για όλη τη λεκάνη απορροής του. Είναι απολύτως αναγκαία και απαραίτητη η κατασκευή έργων δασοτεχνικής διευθέτησης χειμάρρων και συντήρησης των υπαρχόντων στην Π.Κ.Μ., ιδιαίτερα σε αυτούς που έχουν εγγύτητα ή διασχίζουν κατοικημένες περιοχές και στις οποίες η υπερχείλισή τους θα έχει καταστροφικά αποτελέσματα.

Δ. Ανάγκη άμεσης τροποποίησης του Νόμου 4258/2012 «διαδικασία οριοθέτησης και ρυθμίσεις θεμάτων για τα υδατορέματα – ρυθμίσεις Πολεοδομικής νομοθεσίας και άλλες διατάξεις» στην κατεύθυνση όχι της επικέντρωσης της στενής περιοχής οριοθέτησης αλλά στη λεκάνη απορροής του υδατορεύματος ώστε να δίδονται τα απαραίτητα γεωλογικά στοιχεία για τη σύνταξη της αντίστοιχης υδρολογικής/ υδραυλικής μελέτης. Σε περιοχές υπό ανοικοδόμηση που έχουν εγγύτητα με ρεύματα ή χείμαρρους θα πρέπει να προηγείται η οριοθέτηση του ρέματος και η εκτέλεση των κατάλληλων έργων για την ασφαλή παροχέτευση των νερών πριν την πολεοδόμηση. Είναι άμεσα αναγκαίο να γίνουν Προκαταρκτικές μελέτες για όσες περιοχές της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας τα σχέδια Διαχείρισης Κινδύνου Πλημμύρας, τις εντάσσουν στις ζώνες του υψηλού κινδύνου.

Ε. Να ενεργοποιηθεί άμεσα η εγκύκλιος με αριθμό 8174/24-11-2015 της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας με θέμα «Σχεδιασμός και δράσεις Πολιτικής Προστασίας για την αντιμετώπιση κινδύνων από την εκδήλωση πλημμυρικών φαινομένων».

Αξιότιμε κ. Πρωθυπουργέ,

το Γεωτεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας εκπληρώνοντας το θεσμικό του ρόλο έχει καταθέσει τεκμηριωμένες προτάσεις κατά το στάδιο της διαβούλευσης όλων των πρόσφατων σχετικών νομοθετημάτων και θα σταθεί αρωγός στο έργο της Πολιτείας στους ευαίσθητους και κρίσιμους για το μέλλον της χώρας τομείς της πρωτογενούς παραγωγής, της διαχείρισης των φυσικών πόρων και της προστασίας του περιβάλλοντος.

Η παρέμβασή σας για την αλλαγή πολιτικής στα γεωτεχνικά θέματα που θέσαμε είναι κομβικής σημασίας για το παρόν και το μέλλον της χώρας. Η 85η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης είναι αφιερωμένη στην Ελλάδα, στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Δεν πρέπει ποτέ να λησμονούμε ότι στην Ελλάδα η ευημερία και η πρόοδος είναι ιστορικά συνδεδεμένες, από την αρχαιότητα, με την ανάπτυξη του πρωτογενούς τομέα της οικονομίας, με πιο πρόσφατο παράδειγμα τη μεταπολεμική-μετεμφυλιακή ανάπτυξη της περιόδου 1950–1980, κατά τη διάρκεια της οποίας ιδρύθηκε και το Γεωτεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδας. Έχοντας γεωτεχνική επιστημονική παρουσία δυνατή, εξασφαλίζουμε το φυσικό περιβάλλον και την ανθρώπινη υγεία, ενισχύοντας ταυτόχρονα την εθνική οικονομία, ώστε να μη χαθεί άλλη μία ευκαιρία για τον τόπο μας, αλλά να δημιουργηθεί μία νέα ελπίδα.                

 

 

 

 

Με τιμή,

 

Για τη Διοικούσα Επιτροπή του Περιφερειακού

Παραρτήματος Κεντρικής Μακεδονίας
του ΓΕΩΤ.Ε.Ε.

 

Ο Πρόεδρος

 

Δρ. Αθανάσιος Σαρόπουλος