Στροφή στο εγχώριο ελαιόλαδο: Ράλι πωλήσεων στα ράφια της Ιταλίας

Η μείωση της ψαλίδας στις τιμές και οι έντονες προσφορές της βιομηχανίας εκτόξευσαν την κατανάλωση ιταλικού εξαιρετικού παρθένου, την ώρα που στην Ελλάδα οι καταναλωτές παραμένουν επιφυλακτικοί απέναντι στα υψηλά επίπεδα τιμών

Εντυπωσιακή άνοδο σημείωσαν οι πωλήσεις του ιταλικού εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου στα ράφια των σούπερ μάρκετ, καθώς οι καταναλωτές στην Ιταλία επέλεξαν μαζικά το εγχώριο προϊόν έναντι των φθηνότερων εισαγόμενων μιγμάτων. Κατά τον Ιούλιο, ο όγκος πωλήσεων άγγιξε τα 19,7 εκατομμύρια λίτρα, καταγράφοντας αύξηση άνω των 2 εκατομμυρίων λίτρων (+12%) σε σύγκριση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο. Το μερίδιο του εγχώριου ελαιολάδου εκτινάχθηκε πάνω από το 17% του συνόλου, υπερβαίνοντας κατά πολύ τον ιστορικό μέσο όρο που συνήθως κυμαίνεται κάτω από το 10%.

Βασικός καταλύτης για τη συγκεκριμένη μεταστροφή υπήρξε το κλείσιμο της ψαλίδας τιμών ανάμεσα στο ιταλικό (10,79 ευρώ/λίτρο) και το κοινοτικό ελαιόλαδο (6,99 ευρώ/λίτρο). Χάρη στο μπαράζ προσφορών που χρηματοδότησαν οι μεγάλες βιομηχανίες τυποποίησης —με την προωθητική πίεση να φτάνει το 50% για τα επώνυμα σήματα— η διαφορά τιμής περιορίστηκε στα 2-3 ευρώ ανά λίτρο. Το ποσό αυτό κρίθηκε προσιτό από τους καταναλωτές, οι οποίοι προτίμησαν την ποιότητα της χώρας τους. Αντίθετα, τα σούπερ μάρκετ επέλεξαν πιο συγκρατημένη στρατηγική στα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας (Private Label), διατηρώντας υψηλότερα περιθώρια κέρδους ανά μονάδα προϊόντος αντί να κυνηγήσουν μεγαλύτερους όγκους.

Στην ελληνική αγορά, η δυναμική του ραφιού παρουσιάζει διαφορετικά χαρακτηριστικά. Παρότι η συντριπτική πλειονότητα των πωλήσεων αφορά αποκλειστικά εγχώριο εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο, η κατανάλωση στα σούπερ μάρκετ δέχεται ισχυρές πιέσεις εξαιτίας του γενικευμένου κόστους διαβίωσης. Οι Έλληνες καταναλωτές, αντιμέτωποι με λιανικές τιμές που παραμένουν σε υψηλά επίπεδα παρά τη σταδιακή αποκλιμάκωση των τιμών παραγωγού, στρέφονται συχνότερα σε οικογενειακές συσκευασίες, προσφορές φυτικών ελαίων ή αναζητούν απευθείας προμήθειες από παραγωγούς μέσω του παραδοσιακού «τενεκεδένιου» δικτύου.

Η εμπειρία της ιταλικής αγοράς αναδεικνύει ότι η απορρόφηση του τυποποιημένου ελαιολάδου εξαρτάται άμεσα από τη διαχείριση της τελικής τιμής. Όσο η διαφορά κόστους μεταξύ ενός ποιοτικού εγχώριου προϊόντος και των εναλλακτικών λύσεων παραμένει σε λογικά όρια μέσω στοχευμένων προσφορών, το καταναλωτικό κοινό ανταποκρίνεται θετικά. Για χώρες όπως η Ελλάδα και η Ιταλία, η ενίσχυση της ζήτησης στο ράφι αποτελεί κρίσιμο παράγοντα ισορροπίας ενόψει της νέας ελαιοκομικής περιόδου, καθώς η αυξημένη απορρόφηση αποφορτίζει τα αποθέματα και διασφαλίζει τη ρευστότητα των παραγωγών.