Η ελληνική γεωργία και η τέχνη να ξοδεύει χωρίς σχέδιο

Η ελληνική γεωργία χρειάζεται σχέδιο, υγιείς συνεταιρισμούς και εκπροσώπους που λογοδοτούν. Γιατί τα κονδύλια και τα τρακτέρ δεν αρκούν

Του Γιώργου Μπακόλα

Η ιστορία της ελληνικής γεωργίας μάς έχει διδάξει ένα επίμονο μάθημα. Ό,τι χτίζεται χωρίς σχέδιο και λογοδοσία, συνήθως πληρώνεται δύο φορές. Την πρώτη με δημόσιο χρήμα και τη δεύτερη από τον ίδιο τον παραγωγό. Από τη χώρα πέρασαν επιδοτήσεις, δάνεια, μηχανήματα, εγκαταστάσεις και μεγαλόπνοα προγράμματα. Ορισμένα έγιναν πραγματική παραγωγή. Άλλα άφησαν πίσω τους κλειστές αποθήκες, απαξιωμένο εξοπλισμό και χρέη δεκαετιών.

Κάθε φορά η υπόσχεση ήταν περίπου η ίδια. Τώρα θα αλλάξει η γεωργία, τώρα θα οργανωθεί η παραγωγή, τώρα ο αγρότης θα γίνει ισχυρότερος. Άλλαζαν τα προγράμματα και τα πρόσωπα, αλλά το βασικό πρόβλημα παρέμενε. Μοιράζαμε χρήματα πριν αποφασίσουμε τι ακριβώς θέλουμε να δημιουργήσουμε.

Αυτό είναι το μάθημα που δεν πρέπει να ξεχάσουμε σήμερα. Η ελληνική γεωργία δεν πρόκειται να αλλάξει μόνο με καινούργια τρακτέρ, ψηφιακές εφαρμογές και χρηματοδοτικά προγράμματα. Όλα αυτά είναι αναγκαία. Δεν αρκούν, όμως, όταν απουσιάζουν η γνώση, ο συντονισμός και ένα σταθερό σχέδιο για το τι θέλουμε να παράγουμε, με ποιο κόστος και για ποια αγορά.

Στην αγροτική πολιτική έχουμε αποκτήσει μια επικίνδυνη συνήθεια. Μετράμε την επιτυχία από τα χρήματα που ανακοινώνονται και όχι από το αποτέλεσμα που μένει στο χωράφι. Παρουσιάζεται ένα πρόγραμμα, κόβεται μια κορδέλα, βγαίνουν οι απαραίτητες φωτογραφίες και θεωρούμε ότι ο εκσυγχρονισμός ολοκληρώθηκε.

Τα πανηγύρια γύρω από κάθε χρηματοδότηση είναι κυρίως για εσωτερική κατανάλωση. Στην πραγματική οικονομία του αγρότη οι λογαριασμοί είναι διαφορετικοί. Ένα ακριβό τρακτέρ δεν σώζει μια εκμετάλλευση χωρίς οικονομικό σχέδιο. Ένα σύγχρονο αρδευτικό σύστημα δεν ποτίζει όταν δεν υπάρχει νερό. Μια ψηφιακή εφαρμογή δεν έχει αξία όταν δεν διαθέτει σωστά δεδομένα και κανένας ειδικός δεν εξηγεί στον παραγωγό πώς θα τη χρησιμοποιήσει.

Τα Σχέδια Βελτίωσης και τα χρηματοδοτικά εργαλεία μπορούν να ανανεώσουν τον γερασμένο εξοπλισμό της χώρας. Η γεωργία ακριβείας μπορεί να περιορίσει το νερό, το λίπασμα και τα φυτοφάρμακα. Για να γίνουν όλα αυτά εισόδημα, όμως, χρειάζονται άνθρωποι που γνωρίζουν την παραγωγή και μπορούν να υπολογίσουν αν μια επένδυση θα αποδώσει ή απλώς θα δημιουργήσει ακόμη ένα δάνειο.

Η χώρα χρειάζεται ένα μόνιμο δίκτυο ειδικών γύρω από τον παραγωγό. Γεωπόνους, κτηνιάτρους, οικονομολόγους, μηχανικούς αρδεύσεων, ειδικούς στις αγορές, πανεπιστήμια και υγιείς συνεταιρισμούς. Όχι ανθρώπους που συναντιούνται μία φορά σε μια ημερίδα, αλλά επαγγελματίες που συνεργάζονται καθημερινά, μοιράζονται τα ίδια δεδομένα και λογοδοτούν για το αποτέλεσμα.

Ο ρόλος των γεωργικών συμβούλων δεν μπορεί να τελειώνει με τη συμπλήρωση ενός φακέλου. Η πραγματική συμβουλή αρχίζει μετά την έγκριση της επένδυσης. Τότε πρέπει να αποφασιστεί ποιο μηχάνημα χρειάζεται πραγματικά, πόσο θα κοστίζει η λειτουργία του και σε πόσα χρόνια θα επιστρέψει τα χρήματά του.

Το ίδιο καθαρά πρέπει να μιλήσουμε και για τους συνεταιρισμούς. Η συνεργασία είναι απαραίτητη σε μια χώρα με μικρό και πολυτεμαχισμένο κλήρο. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι κάθε σχήμα που ονομάζεται συνεταιρισμός υπηρετεί αυτομάτως τον αγρότη.

Η ιστορία μάς έχει ήδη προειδοποιήσει. Σύμφωνα με στοιχεία της διαΝΕΟσις που είχε παρουσιάσει το Agrocapital για το παλαιό συνεταιριστικό μοντέλο, λιγότερο από το ένα πέμπτο των συνεταιρισμών της περιόδου που εξέταζε η έρευνα είχε έστω υποτυπώδη οικονομική παρουσία. Οι συνεταιρισμοί που απέτυχαν άφησαν συνολικά χρέη περίπου 2,4 δισ. ευρώ.

Χρειάζεται, ωστόσο, προσοχή ώστε να μη συγχέονται στοιχεία διαφορετικών περιόδων. Σύμφωνα με ρεπορτάζ του Euro2day στις 23 Σεπτεμβρίου 2024, δάνεια ύψους περίπου 2,1 δισ. ευρώ, τα οποία αφορούσαν περίπου 21.000 αγρότες και 760 συνεταιρισμούς, βρίσκονταν κατά το μεγαλύτερο μέρος τους στο χαρτοφυλάκιο του ειδικού εκκαθαριστή PQH. Εκεί είχαν περάσει παλαιά «κόκκινα» δάνεια της Αγροτικής Τράπεζας.

Λίγους μήνες αργότερα, στις 24 Ιανουαρίου 2025, ο πρωθυπουργός ανέφερε επισήμως από το βήμα της Βουλής ότι η σχεδιαζόμενη ρύθμιση αφορούσε 21.000 αγρότες και 700 συνεταιρισμούς. Η διαφοροποίηση δείχνει ότι πρόκειται για διαφορετικές χρονικές καταγραφές και όχι για απογραφή του συνόλου των σημερινών συνεταιρισμών.

Τα στοιχεία αυτά, επομένως, δεν αποδεικνύουν ότι οι περισσότεροι σημερινοί συνεταιρισμοί είναι χρεωμένοι ή προβληματικοί. Δείχνουν, όμως, το μέγεθος του βάρους που άφησαν τα παλαιά δάνεια της Αγροτικής Τράπεζας, η κακοδιαχείριση και οι πολιτικές παρεμβάσεις. Εξηγούν επίσης γιατί πολλοί παραγωγοί εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν με δυσπιστία κάθε νέα συλλογική προσπάθεια.

Υπάρχουν ασφαλώς επιτυχημένοι συνεταιρισμοί και ομάδες παραγωγών που εξάγουν, επενδύουν και πληρώνουν σωστά τα μέλη τους. Αυτοί αποδεικνύουν ότι το πρόβλημα δεν είναι η συνεργασία, αλλά η συνεργασία χωρίς κανόνες. Συνεταιρισμός χωρίς διαφάνεια, καθαρό ισολογισμό, επαγγελματική διοίκηση και έλεγχο των μελών του δεν είναι εργαλείο του παραγωγού. Είναι ένας μηχανισμός που αργά ή γρήγορα θα ζητήσει από τον παραγωγό να πληρώσει τον λογαριασμό.

Υπάρχει και μια ακόμη αλήθεια που πρέπει κάποτε να ειπωθεί. Ένα μέρος του αγροτοσυνδικαλισμού περιμένει κάθε χρόνο τα μπλόκα για να αποκτήσει ρόλο. Οι κινητοποιήσεις είναι νόμιμο και συχνά αναγκαίο μέσο πίεσης όταν ο αγρότης δεν ακούγεται. Το πρόβλημα αρχίζει όταν το μπλόκο μετατρέπεται σε προσωπική εξέδρα και το πραγματικό αίτημα του χωραφιού γίνεται εισιτήριο για τα κομματικά γραφεία.

Κάποιοι αγροτοσυνδικαλιστές έγιναν πολιτικοί. Άλλοι εξακολουθούν να περιμένουν τη σειρά τους. Δεν είναι κακό ένας άνθρωπος της παραγωγής να συμμετέχει στην πολιτική. Το αντίθετο. Η πολιτική χρειάζεται ανθρώπους που γνωρίζουν το χωράφι και το πραγματικό κόστος της δουλειάς. Κακό είναι να χρησιμοποιείται ο αγρότης ως σκαλοπάτι για μια προσωπική σταδιοδρομία.

Ο Πλάτων γράφει στον Φαίδωνα το παλαιό ρητό «ναρθηκοφόροι μὲν πολλοί, βάκχοι δέ τε παῦροι». Με απλά λόγια, πολλοί κρατούν τα σύμβολα, αλλά λίγοι υπηρετούν πραγματικά την υπόθεση. Στη σημερινή αγροτική πραγματικότητα θα μπορούσε να ειπωθεί ακόμη πιο απλά. Πολλοί σηκώνουν το πανό, λίγοι σηκώνουν το βάρος.

Φυσικά δεν είναι όλοι ίδιοι. Υπάρχουν έντιμοι συνεταιριστές και συνδικαλιστές που έμειναν στο χωράφι, έδωσαν μάχες και δεν ζήτησαν κανένα αντάλλαγμα. Αυτοί αδικούνται περισσότερο από όσους εμφανίζονται μόνο όταν ανάβουν οι κάμερες. Ο αγρότης πρέπει να γνωρίζει αν εκείνος που τον εκπροσωπεί διαπραγματεύεται για τον κλάδο ή δίνει εξετάσεις για το επόμενο ψηφοδέλτιο.

Την ίδια ώρα, το κράτος εξακολουθεί να λειτουργεί χωρίς ενιαίο κέντρο σχεδιασμού. Άλλος φορέας έχει τα στοιχεία των καλλιεργειών, άλλος γνωρίζει τα αποθέματα νερού, άλλος παρακολουθεί τις ασθένειες και άλλος διαθέτει πληροφορίες για τις αγορές. Συχνά δεν ανταλλάσσουν εγκαίρως ούτε τα βασικά δεδομένα. Ο παραγωγός ενημερώνεται αφού εμφανιστεί το πρόβλημα και καλείται να προσαρμοστεί μέσα σε λίγες ημέρες.

Οι κρίσεις, όμως, δεν περιμένουν εγκυκλίους. Η ξηρασία, οι ζωονόσοι, οι χαμηλές τιμές και το αυξημένο κόστος απαιτούν προετοιμασία. Η μελέτη της διαΝΕΟσις για τον αγροτικό τομέα καταλήγει στην ανάγκη ενός εθνικού σχεδίου για την αγροτική ανάπτυξη. Όχι άλλης μιας έκθεσης που θα μείνει σε ένα συρτάρι, αλλά ενός σχεδίου με στόχους, υπευθύνους και αποτελέσματα που μπορούν να μετρηθούν.

Η συζήτηση για τη νέα ΚΑΠ 2028–2034 δεν πρέπει να περιοριστεί στο πόσα χρήματα θα πάρει η Ελλάδα και σε ποιους θα μοιραστούν. Αν συνεχίσουμε να μοιράζουμε πόρους χωρίς στόχους, θα αγοράσουμε λίγο ακόμη χρόνο, αλλά δεν θα χτίσουμε ανθεκτικές εκμεταλλεύσεις.Όμως για την γεωργία μας το κρίσιμο ζήτημα βρίσκεται ένα βήμα παρακάτω, τι ακριβώς θα επιχειρήσει να αλλάξει η χώρα με τα χρήματα που θα έχει στη διάθεσή της.

Γιατί η επόμενη ΚΑΠ δεν θα κριθεί μόνο από το αν θα διατηρηθούν οι ενισχύσεις, αλλά από το αν αυτές θα κατευθυνθούν σε εκμεταλλεύσεις που μπορούν να αντέξουν το αυξανόμενο κόστος, την κλιματική πίεση, την έλλειψη νερού και εργατικών χεριών και τον διεθνή ανταγωνισμό. Χωρίς σαφείς προτεραιότητες, οι κοινοτικοί πόροι μπορούν να λειτουργήσουν ως προσωρινό δίχτυ ασφαλείας· δύσκολα όμως θα αποτελέσουν από μόνοι τους αγροτική στρατηγική.

Καλοί, λοιπόν, οι εξοπλισμοί και αναγκαίες οι επενδύσεις. Αλλά η ελληνική γεωργία χρειάζεται κάτι δυσκολότερο. Συνεταιρισμούς που δημοσιεύουν καθαρούς λογαριασμούς. Εκπροσώπους που λογοδοτούν στους αγρότες και όχι στα κόμματα. Ειδικούς που κρίνονται από το αποτέλεσμα και κρατικές δομές που λειτουργούν πριν ξεσπάσει η κρίση.

Ο πρωτογενής τομέας δεν χρειάζεται άλλους επίδοξους σωτήρες. Χρειάζεται ανθρώπους που, όταν σβήσουν οι κάμερες, παραμένουν ακόμη στο χωράφι.