Ένστάσεις από Ευρωπαίους αγρότες μετά την έγκριση της συμφωνίας ΕΕ–Mercosur - Αθέμιτος ανταγωνισμός και υποβάθμιση των περιβαλλοντικών προτύπων
Η οριστική έγκριση της εμπορικής συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των χωρών της Mercosur προκαλεί κύμα αντιδράσεων στον αγροτικό κόσμο της Ευρώπης. Παραγωγοί από τη Γαλλία, την Πολωνία, την Ελλάδα και την Κύπρο εκφράζουν έντονη ανησυχία για τις επιπτώσεις που αναμένεται να έχει η συμφωνία στη βιωσιμότητα της ευρωπαϊκής γεωργίας.
Κεντρικός φόβος των αγροτών είναι η αύξηση των εισαγωγών φθηνών νοτιοαμερικανικών προϊόντων, κυρίως βόειου κρέατος, τα οποία –όπως υποστηρίζουν– δεν παράγονται με τα ίδια περιβαλλοντικά και υγειονομικά πρότυπα που ισχύουν στην Ε.Ε. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαβεβαιώνει ότι οι ευρωπαϊκοί κανόνες δεν θα χαλαρώσουν, ωστόσο οι παραγωγοί εμφανίζονται δύσπιστοι.
«Η συμφωνία μειώνει την επισιτιστική μας αυτάρκεια και αυξάνει την εξάρτηση από τρίτες χώρες», τονίζει ο Γκαμπριέλε Πονζάνο, πρόεδρος των Ιταλών Ανεξάρτητων Αγροτών. Όπως επισημαίνει, η σταδιακή μείωση των δασμών μπορεί να οδηγήσει σε μαζική είσοδο προϊόντων σε τιμές που δεν μπορούν να ανταγωνιστούν οι Ευρωπαίοι παραγωγοί, δημιουργώντας συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού.
Στην Κύπρο, ο Κυριάκος Καϊλάς, πρόεδρος του Παναγροτικού Συνδέσμου, χαρακτηρίζει τη συμφωνία καταστροφική για τον Ευρωπαίο παραγωγό, επισημαίνοντας ότι εισαγόμενα προϊόντα δεν υπόκεινται στους ίδιους αυστηρούς κανόνες για φυτοφάρμακα, λιπάσματα και γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς. Παράλληλα, αμφισβητεί την αποτελεσματικότητα των ποσοστώσεων, εκτιμώντας ότι ακόμη και μικρές ποσότητες φθηνών εισαγωγών αρκούν για να πλήξουν σοβαρά την εγχώρια παραγωγή.
Απέναντι στις αντιδράσεις, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποστηρίζει ότι η συμφωνία με Βραζιλία, Παραγουάη, Αργεντινή και Ουρουγουάη περιλαμβάνει μηχανισμούς διασφάλισης για ευαίσθητα αγροτικά προϊόντα, ενισχυμένους ελέγχους στις εισαγωγές και ταμείο κρίσης ύψους 6,3 δισ. ευρώ για την αντιμετώπιση πιθανών επιπτώσεων. Ως επιπλέον μέτρο, προβλέπεται προκαταβολή 45 δισ. ευρώ από την Κοινή Αγροτική Πολιτική, κίνηση που οι αγρότες αντιμετωπίζουν ως πρόωρη εκταμίευση υφιστάμενων πόρων.
Οι επικρίσεις εστιάζουν και στο γεγονός ότι η συμφωνία ευνοεί άλλους τομείς της ευρωπαϊκής οικονομίας. Η κατάργηση των δασμών σε πάνω από το 90% των ευρωπαϊκών εξαγωγών προς τη Νότια Αμερική, συμπεριλαμβανομένων των αυτοκινήτων, οδηγεί τους αγρότες στο συμπέρασμα ότι «η γεωργία θυσιάζεται για να ενισχυθεί η αυτοκινητοβιομηχανία», με βασικό ωφελημένο τη γερμανική οικονομία.
Παράλληλα, οι αγρότες ζητούν την καθιέρωση ενιαίου ευρωπαϊκού πλαισίου για την ιχνηλασιμότητα των προϊόντων, με υποχρεωτική αναγραφή της χώρας προέλευσης, καθώς και τη θέσπιση δίκαιων τιμών παραγωγού. Όπως προειδοποιούν, η πίεση από τις χαμηλού κόστους εισαγωγές ενδέχεται να περιορίσει την εγχώρια παραγωγή και να μειώσει τις επιλογές των καταναλωτών.
Τέλος, σύμφωνα με εκπροσώπους των Ευρωπαίων αγροτών, επιφυλάξεις εκφράζονται και στη Νότια Αμερική, όπου μικρομεσαίοι παραγωγοί φοβούνται ότι η συμφωνία θα ενισχύσει τη βιομηχανική γεωργία μεγάλης κλίμακας και θα οδηγήσει σε περαιτέρω συγκέντρωση της γης σε λίγα χέρια.