Πώς η φορολογία θα κρίνει τον αγρότη το 2026

Φορολογία αγροτών τι δηλώνεται, τι πληρώνεται και τι φοβούνται πραγματικά αγρότες και οι κτηνοτρόφοι

Η αβεβαιότητα που διατρέχει σήμερα τον αγροτικό και κτηνοτροφικό κόσμο δεν συνδέεται άμεσα με το παρόν, αλλά με μια χρονική στιγμή που πλησιάζει και θεωρείται καθοριστική: τον Μάρτιο, όταν θα υποβληθούν οι φορολογικές δηλλώσεις για το φορολογικό έτος 2025. Τότε θα αποτυπωθεί στην πράξη ένα πλέγμα αλλαγών που αφορά τη φορολογία εισοδήματος, τα τεκμήρια, τη φορολογική μεταχείριση των επιδοτήσεων και, συνολικά, τον τρόπο με τον οποίο το κράτος αποτιμά τη λειτουργία μιας αγροτικής και κτηνοτροφικής εκμετάλλευσης. Σε εκείνη τη φάση, το βάρος δεν θα πέσει στις προθέσεις ή στις εξαγγελίες, αλλά στο αποτέλεσμα του εκκαθαριστικού.

Στην ύπαιθρο, το βασικό ερώτημα δεν διατυπώνεται πάντα με τεχνικούς όρους. Διατυπώνεται απλά, σχεδόν μονολεκτικά: «Θα πληρώσουμε κανονικά ή θα μπλοκάρουν πάλι οι δηλώσεις;» Πίσω από αυτό, όμως, υπάρχει ένα δεύτερο και βαθύτερο ερώτημα: αν η φορολογία λαμβάνει υπόψη τον τρόπο με τον οποίο παράγεται το αγροτικό εισόδημα ή αν συνεχίζει να το αντιμετωπίζει ως ένα σταθερό αριθμητικό μέγεθος, αποκομμένο από τον κύκλο της παραγωγής. Ένα σημείο που επανέρχεται συχνά στις συζητήσεις είναι ότι η γεωργία και η κτηνοτροφία δεν λειτουργούν ως παροχή υπηρεσιών, αλλά ως δραστηριότητες με έντονη εποχικότητα και μεταβλητότητα.

Η αγροτική και κτηνοτροφική δραστηριότητα δεν έχει μηνιαίο ρυθμό. Έχει εποχές, καθυστερήσεις και ρίσκο. Επιδοτήσεις που πληρώνονται αργά, αποζημιώσεις που καταβάλλονται όταν η χρονιά έχει ήδη κλείσει, επιστροφές ΦΠΑ και πετρελαίου που εξαρτώνται από ελέγχους και διασταυρώσεις. Παρ’ όλα αυτά, όλα καλούνται να συμπιεστούν σε μία φορολογική δήλωση και να παράγουν ένα «καθαρό» αποτέλεσμα. Στο μεταξύ, στον αγροτικό κόσμο παραμένει έντονη η αίσθηση ότι η ρευστότητα συχνά προηγείται ή έπεται της φορολογικής υποχρέωσης, δημιουργώντας πίεση σε μια ήδη επιβαρυμένη οικονομική χρονιά.

Εκεί εντοπίζεται και το πρώτο ουσιαστικό σημείο τριβής, τι θεωρείται εισόδημα και πότε. Για έναν αγρότη ή κτηνοτρόφο, αυτό δεν αποτελεί λογιστική λεπτομέρεια. Αν μια ενίσχυση εγγραφεί φορολογικά σε μια χρήση χωρίς να έχει συνοδευτεί από αντίστοιχη ρευστότητα, τότε ο φόρος προκύπτει κανονικά. Το αν υπάρχουν διαθέσιμα χρήματα για να πληρωθεί, αποτελεί ξεχωριστό ζήτημα.

Στο ίδιο πεδίο εντάσσονται και τα τεκμήρια. Αγροτικά οχήματα, μηχανήματα, στάβλοι, αποθήκες, καθώς και ένα σπίτι στο χωριό, που για τον παραγωγό αποτελούν μέσα εργασίας και επιβίωσης, για το φορολογικό σύστημα λειτουργούν ως δείκτες οικονομικής δυνατότητας. Το χάσμα ανάμεσα στη λειτουργική χρήση και τη φορολογική αποτίμηση είναι αυτό που, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, γεννά τη μεγαλύτερη πίεση.

«Στα χαρτιά φαίνεται ότι έχουμε εισόδημα», λέει κτηνοτρόφος στο Agrocapital. «Στην πράξη, ό,τι μπαίνει φεύγει. Ζωοτροφές, ρεύμα, καύσιμα. Αν μετρήσεις τι μένει στο τέλος, καταλαβαίνεις γιατί φοβόμαστε το εκκαθαριστικό». Άλλος παραγωγός το συνοψίζει πιο ωμά: «Δεν φοβάμαι τον έλεγχο. Φοβάμαι το αποτέλεσμα».

Η ίδια αγωνία αποτυπώνεται και στους φορολογικούς ελέγχους. Το ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξουν, αλλά με ποια κριτήρια θα κριθούν οι δαπάνες. Τι αναγνωρίζεται, τι απορρίπτεται και για ποιον λόγο. Ζωοτροφές, εργόσημα, καύσιμα, υπηρεσίες τρίτων, κτηνιατρικά έξοδα είναι απαραίτητα για τη λειτουργία μιας εκμετάλλευσης. Αν, όμως, κάποια δαπάνη απορριφθεί λογιστικά, δεν μειώνει το φορολογητέο αποτέλεσμα και μεταφράζεται άμεσα σε υψηλότερο φόρο.

Παράλληλα, παραμένει ανοιχτό και το πρακτικό σκέλος της διαδικασίας. Θα ανοίξουν εγκαίρως οι δηλώσεις καλλιέργειας ή θα υπάρξει νέο πάγωμα; Για τον αγρότη, η καθυστέρηση δεν αποτελεί απλή γραφειοκρατική ενόχληση. Μεταφράζεται σε αναβολή πληρωμών, πάγωμα αποφάσεων και αβεβαιότητα για τη συνέχεια της εκμετάλλευσης την επόμενη χρονιά.

Όλα αυτά συγκλίνουν σε ένα συμπέρασμα που καταγράφεται ολοένα και πιο καθαρά στο ρεπορτάζ: η φορολογία στην ύπαιθρο δεν κρίνεται πλέον στις διατάξεις, αλλά στο αποτέλεσμα της εφαρμογής της. Αν το εκκαθαριστικό αντανακλά με ακρίβεια τη λειτουργία και τις αντοχές της εκμετάλλευσης, τότε διαμορφώνει συνθήκες συνέχειας. Αν όχι, η αποχώρηση παύει να είναι επιλογή και προκύπτει ως αριθμητικό αποτέλεσμα.

Καθώς η διαδικασία των δηλώσεων πλησιάζει, το 2026 διαμορφώνεται ως έτος στο οποίο θα αποτυπωθεί στην πράξη η εφαρμογή του φορολογικού πλαισίου στην ύπαιθρο. Το πώς θα καταγραφούν τα εισοδήματα, πώς θα ελεγχθούν οι δαπάνες και πώς θα προκύψουν οι τελικές οφειλές θα αποτελέσει το βασικό σημείο αναφοράς για παραγωγούς, λογιστές και φορολογικές αρχές. Εκεί θα φανεί αν το σύστημα μπορεί να αποδώσει με ακρίβεια τα χαρακτηριστικά της αγροτικής και κτηνοτροφικής δραστηριότητας ή αν θα συνεχίσει να τα προσεγγίζει αποκλειστικά μέσα από τυποποιημένα φορολογικά σχήματα.