Το λάθος timing που κόστισε το 2023 στους αγρότες

Γιατί το 2023 «πόνεσε» περισσότερο από το 2022 – ακόμη κι όταν οι τιμές ανέβηκαν

Μέρος 2 Το 2023 δεν ήταν μια κακή χρονιά επειδή οι αγορές γύρισαν ήταν χειρότερη επειδή γύρισαν αργά. Αυτό είναι το κεντρικό συμπέρασμα που προκύπτει από τη μελέτη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τα αγροτικά εισοδήματα στην εποχή του πληθωρισμού. Όχι από ιδεολογία από αριθμούς και συνήθως η αριθμοί δεν μας λένε ψέμματα. Για μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής γεωργίας, το πρόβλημα δεν ήταν ότι οι τιμές παραγωγού δεν ανέβηκαν, το πρόβλημα ήταν ότι το κόστος είχε ήδη προλάβει.

Η αλυσίδα ξεκίνησε νωρίς ,από το δεύτερο εξάμηνο του 2021, οι τιμές του φυσικού αερίου στην Ευρώπη άρχισαν να κινούνται ανοδικά. Το σοκ μεταφέρθηκε σχεδόν μηχανικά στα αζωτούχα λιπάσματα, στην ενέργεια, στις ζωοτροφές. Μετά τον Φεβρουάριο του 2022, η κλιμάκωση ήταν απότομη. Οι τιμές των λιπασμάτων, σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης, αυξήθηκαν σε επίπεδα άνω του 200% σε σχέση με το 2020, ενώ το κόστος ενέργειας και ζωοτροφών ακολούθησε με παρόμοια ένταση.

Αυτό που συχνά χάνεται στη δημόσια συζήτηση είναι το εξής απλό, ο αγρότης πληρώνει το κόστος πριν πληρωθεί το προϊόν. Σπέρνει, λιπαίνει, ταΐζει, επενδύει μήνες πριν δει τιμή στην πύλη. Το 2022, το κόστος εκτινάχθηκε μέσα στη σεζόν. Οι περισσότερες εκμεταλλεύσεις δεν είχαν καμία δυνατότητα προσαρμογής.

Οι τιμές παραγωγού άρχισαν να ανεβαίνουν αργότερα. Σε αρκετούς κλάδους, κυρίως στο γάλα, στο κρέας και σε ορισμένα ζωικά προϊόντα, η άνοδος έγινε αισθητή από τα τέλη του 2022 και μέσα στο 2023. Όμως το timing είχε ήδη χαθεί. Η μελέτη δείχνει ότι το 2023 ήταν η χρονιά της συμπίεσης, όχι της ανάκαμψης.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η συνολική αξία της αγροτικής παραγωγής αυξήθηκε έντονα την περίοδο 2020–2022, κυρίως λόγω τιμών και όχι όγκων. Όμως το 2023, σε αρκετούς τομείς, η αξία παραγωγής σταθεροποιήθηκε ή μειώθηκε, ενώ οι δαπάνες για εισροές παρέμειναν σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Το αποτέλεσμα ήταν μια καθαρή πτώση του πραγματικού αγροτικού εισοδήματος σε μεγάλο αριθμό κρατών-μελών, με χαρακτηριστικά παραδείγματα χώρες όπως η Ιρλανδία, η Δανία, η Ουγγαρία και τα κράτη της Βαλτικής .

Με άλλα λόγια, το 2023 δεν «έφαγε» τα κέρδη του 2022 αλλα έκλεισε τους λογαριασμούς του 2022.

Εδώ βρίσκεται και η πιο πολιτικά άβολη αλήθεια της μελέτης. Οι άμεσες ενισχύσεις λειτούργησαν ως δίχτυ ασφαλείας, αλλά όχι ως αντιστάθμισμα. Περίπου το ένα τρίτο του αγροτικού εισοδήματος στην ΕΕ προέρχεται από στήριξη, όμως αυτή η στήριξη είναι σταθερή σε ονομαστικούς όρους. Όταν ο πληθωρισμός κινείται κοντά στο 4,5% ετησίως την περίοδο 2020–2024, η πραγματική αξία των πληρωμών διαβρώνεται σιωπηλά.

Για τις μικρότερες εκμεταλλεύσεις, που βασίζονται περισσότερο στις ενισχύσεις, αυτό λειτούργησε ως μερική ασπίδα. Για τις μεγαλύτερες και πιο εμπορευματοποιημένες, όπου το εισόδημα εξαρτάται κυρίως από την αγορά, η καθυστέρηση των τιμών σε σχέση με το κόστος οδήγησε σε απότομη συρρίκνωση περιθωρίων.

Το κρίσιμο σημείο είναι ότι τίποτα από αυτά δεν μοιάζει με «ανωμαλία». Η μελέτη μιλά καθαρά για μια νέα κανονικότητα αυξημένης μεταβλητότητας. Οι αγορές κινούνται πιο γρήγορα από τα εργαλεία πολιτικής. Και όσο το σύστημα στήριξης παραμένει σχεδιασμένο για έναν κόσμο ομαλών κύκλων, τα σοκ timing θα συνεχίσουν να μετατρέπονται σε εισοδηματικές κρίσεις.

Το 2023, λοιπόν, δεν ήταν απλώς χειρότερο από το 2022 ήταν η χρονιά που έδειξε καθαρά το κενό ανάμεσα στο πώς λειτουργεί η αγορά και στο πώς μετρά και στηρίζει το εισόδημα η πολιτική και αυτό είναι το σημείο που αρχίζει η πραγματική συζήτηση στις Βρυξέλλες.

Ακολουθεί Μέρος 3