Ισχυρή άνοδος την περίοδο 2021-2025, με αιχμή φρούτα και λαχανικά – Εξάρτηση από χαμηλής προστιθέμενης αξίας προϊόντα και έντονες ανισορροπίες στον κλάδο
Σημαντική αύξηση κατέγραψαν οι αγροτικές εξαγωγές της Αλβανία την τελευταία πενταετία, με τον όγκο των εξαγόμενων τροφίμων να ενισχύεται κατά 21,6% μεταξύ 2021 και 2025. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, οι συνολικές εξαγωγές τροφίμων αυξήθηκαν από περίπου 905.000 τόνους το 2021 σε σχεδόν 1,1 εκατ. τόνους το 2025, επιβεβαιώνοντας τη δυναμική του τομέα, ιδίως την τελευταία διετία.
Σε όρους αξίας, οι εξαγωγές ακολούθησαν ανοδική πορεία, με κορύφωση το 2023 στα 79 δισ. λέκ (περίπου 660 εκατ. ευρώ), πριν υποχωρήσουν ελαφρά και σταθεροποιηθούν γύρω στα 75 δισ. λέκ (περίπου 625 εκατ. ευρώ) το 2025. Παρά τη θετική εικόνα, η αύξηση της αξίας παραμένει δυσανάλογη σε σχέση με την άνοδο των ποσοτήτων, γεγονός που αναδεικνύει τη διαρθρωτική αδυναμία του κλάδου να μετατρέψει τον όγκο σε υψηλότερη προστιθέμενη αξία.
Η γεωργία εξακολουθεί να διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην αλβανική οικονομία, συνεισφέροντας περίπου 18-20% στο ΑΕΠ, απασχολώντας το 40-45% του πληθυσμού και αντιπροσωπεύοντας το 8-11% των συνολικών εξαγωγών. Στο πλαίσιο αυτό, τα φρούτα και τα λαχανικά αποτελούν βασικό πυλώνα, καλύπτοντας περίπου το 20% της αγροτικής παραγωγής και έως το 36% των αγροτικών εξαγωγών.
Καθώς οι εξαγωγικές αγορές διευρύνονται, τα αλβανικά νωπά προϊόντα ενισχύουν τη θέση τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ιδίως σε κατηγορίες όπου η χώρα διαθέτει συγκριτικά πλεονεκτήματα. Ντομάτες, αγγούρια, ξηροί καρποί, φρέσκα φρούτα, καρπούζια και μεταποιημένες ελιές συγκαταλέγονται στα πιο ανταγωνιστικά προϊόντα, επωφελούμενα από τις κλιματικές συνθήκες, το σχετικά χαμηλό κόστος παραγωγής και τη γεωγραφική εγγύτητα στις ευρωπαϊκές αγορές.
Ο κλάδος χαρακτηρίζεται, ωστόσο, από έντονο δυϊσμό. Από τη μία πλευρά, ένα εξαγωγικά προσανατολισμένο τμήμα με μεγαλύτερες και πιο σύγχρονες εκμεταλλεύσεις, ενταγμένες σε ευρωπαϊκές αλυσίδες εφοδιασμού και καλυμμένες από μακροχρόνια συμβόλαια και διεθνείς πιστοποιήσεις. Από την άλλη, μικρές οικογενειακές εκμεταλλεύσεις με περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση, πολλές από τις οποίες μειώνουν σταδιακά την παραγωγή ή εγκαταλείπουν τον κλάδο. Το αποτέλεσμα είναι η ενίσχυση του εξαγωγικού σκέλους, αλλά και η αυξανόμενη εξάρτηση της εγχώριας αγοράς από εισαγόμενα φρούτα και λαχανικά.
Η ισχυρότερη αύξηση εξαγωγών καταγράφεται στις αγορές της ΕΕ. Την περίοδο 2021-2025, οι εισαγωγές αλβανικών αγροτικών προϊόντων αυξήθηκαν κατά περίπου 97% στη Γερμανία, 106% στην Πολωνία, 66% στη Ρουμανία και έως 145% στη Σουηδία, ενισχύοντας την παρουσία της χώρας στη βόρεια και κεντρική Ευρώπη.
Στην περιοχή των Βαλκανίων, η Σερβία παραμένει ο βασικός προορισμός για τα λαχανικά, απορροφώντας περίπου το 21% των εξαγωγών της κατηγορίας. Αντίθετα, οι εξαγωγές προς το Κόσοβο μειώθηκαν κατά περίπου 9,5%, ενώ προς τη Βόρεια Μακεδονία η πτώση έφτασε το 24%, υποδεικνύοντας απώλεια δυναμικής στις παραδοσιακές γειτονικές αγορές. Η Ιταλία, ιστορικά σημαντικός προορισμός, κατέγραψε μείωση περίπου 38%, εν μέσω εντονότερου ανταγωνισμού και πιέσεων στις τιμές. Η μόνη αγορά με σταθερό εμπορικό πλεόνασμα για την Αλβανία παραμένει το Μαυροβούνιο, αν και με πιο ήπιους ρυθμούς ανάπτυξης.
Στα θετικά στοιχεία συγκαταλέγονται η αύξηση των εξαγόμενων ποσοτήτων, η καλύτερη πρόσβαση στις αγορές της ΕΕ και οι επενδύσεις σε σύγχρονα θερμοκήπια, συστήματα άρδευσης, ψυκτικές υποδομές και διεθνείς πιστοποιήσεις. Παράλληλα, τα μακροχρόνια συμβόλαια με εξαγωγικές επιχειρήσεις προσφέρουν μεγαλύτερη σταθερότητα στους μεγαλύτερους παραγωγούς.
Ωστόσο, οι διαρθρωτικές αδυναμίες παραμένουν. Οι εξαγωγές εξακολουθούν να βασίζονται κυρίως σε προϊόντα χαμηλής αξίας, όπως βασικά λαχανικά, περιορίζοντας τις μέσες τιμές ανά κιλό. Οι μικροί παραγωγοί αντιμετωπίζουν υψηλές μετασυλλεκτικές απώλειες και περιορισμένη πρόσβαση σε επιδοτήσεις, ενώ οι εισαγωγές τροφίμων συνεχίζουν να αυξάνονται, υπογραμμίζοντας την ευθραυστότητα της εγχώριας προσφοράς.
Παρά τις προκλήσεις, το ευνοϊκό κλίμα και η γεωγραφική θέση της Αλβανίας προσφέρουν στέρεη βάση για περαιτέρω ανάπτυξη, ιδίως στα φρούτα και τα λαχανικά. Όπως προκύπτει, η εξαγωγική επέκταση βασίζεται κυρίως στον όγκο και όχι στην αξία, καθιστώντας κρίσιμη τη στροφή προς προϊόντα υψηλότερης προστιθέμενης αξίας, βαθύτερη μεταποίηση και σαφέστερη τοποθέτηση στις αγορές. Με στοχευμένες επενδύσεις σε υποδομές, τεχνολογία και εφοδιαστική αλυσίδα, ο τομέας μπορεί να ενισχύσει τη βιωσιμότητα και τη θέση του ως αξιόπιστος προμηθευτής της ευρωπαϊκής αγοράς.