Λιπάσματα: Εκτόξευση τιμών και κίνδυνοι για τις σπορές λόγω κρίσης στη Μέση Ανατολή

Αναταράξεις στα Στενά του Ορμούζ επηρεάζουν εφοδιασμό, κόστος παραγωγής και παγκόσμιες αγορές τροφίμων

Σοβαρές επιπτώσεις στην παγκόσμια γεωργία προκαλούν οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, καθώς οι διαταραχές στις θαλάσσιες μεταφορές στα Στενά του Ορμούζ επηρεάζουν την προμήθεια πετρελαίου και λιπασμάτων, εν μέσω της εαρινής σποράς στο βόρειο ημισφαίριο.

Το συγκεκριμένο πέρασμα διακινεί περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου και σχεδόν το ένα τρίτο του θαλάσσιου εμπορίου λιπασμάτων, καθιστώντας το κρίσιμο κόμβο για την ενέργεια και τη γεωργική παραγωγή. Οι εμπλοκές στη ναυσιπλοΐα, που συνδέονται με τη σύγκρουση μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν, οδηγούν σε καθυστερήσεις φορτίων, αύξηση ναύλων και κινδύνους ελλείψεων.

Ήδη, σύμφωνα με στοιχεία της Kepler, πλοία που μεταφέρουν σχεδόν 1 εκατ. τόνους λιπασμάτων παραμένουν εγκλωβισμένα στον Περσικό Κόλπο. Ακόμη και σε περίπτωση άμεσης αποκατάστασης των ροών, απαιτούνται εβδομάδες για την παράδοση και διανομή, γεγονός που απειλεί το χρονοδιάγραμμα των καλλιεργειών.

Το φυσικό αέριο, βασική πρώτη ύλη για την παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων, πλήττεται επίσης από τις διαταραχές. Χώρες όπως η Βραζιλία και το Σουδάν αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην προμήθεια, ενώ παραγωγοί όπως η Ινδία και το Πακιστάν δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν πρώτες ύλες.

Η Βραζιλία, σημαντικός εξαγωγέας αγροτικών προϊόντων, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγωγές λιπασμάτων από τη Μέση Ανατολή, τη Ρωσία και τη Βόρεια Αφρική, με τον κλάδο να επισημαίνει την αυξημένη ευαλωτότητα της αγοράς.

Παράλληλα, οι τιμές των λιπασμάτων καταγράφουν έντονη άνοδο. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, η τιμή της ουρίας αυξήθηκε κατά περίπου 30% μέσα σε μία εβδομάδα, φτάνοντας στα υψηλότερα επίπεδα από το 2022.

Η εποχικότητα της αγοράς λιπασμάτων εντείνει τους κινδύνους, καθώς οι αγορές συνδέονται άμεσα με τις περιόδους σποράς και τα περισσότερα κράτη δεν διαθέτουν στρατηγικά αποθέματα. Έτσι, οι καθυστερήσεις μπορούν να επηρεάσουν άμεσα τις αποδόσεις.

Όπως επισημαίνουν αναλυτές, η αύξηση του κόστους ενδέχεται να οδηγήσει τους αγρότες σε αλλαγές καλλιεργητικών επιλογών ή σε μειωμένη χρήση λιπασμάτων, με πιθανές επιπτώσεις στην παραγωγικότητα. Ενδεικτικά, καλλιέργειες όπως η σόγια, που απαιτούν λιγότερες εισροές, ενδέχεται να ενισχυθούν έναντι άλλων, όπως το καλαμπόκι.

Οι εξελίξεις έχουν ήδη επηρεάσει και την αγορά ενέργειας, με τις τιμές πετρελαίου να ξεπερνούν εκ νέου τα 100 δολάρια το βαρέλι. Το αυξημένο ενεργειακό κόστος μεταφέρεται σε όλη την αγροδιατροφική αλυσίδα, από την παραγωγή λιπασμάτων έως τη μεταφορά και συντήρηση τροφίμων.

Ιδιαίτερα ευάλωτα είναι τα ευπαθή προϊόντα, όπως φρούτα, λαχανικά, κρέας και γαλακτοκομικά, των οποίων οι τιμές αντιδρούν άμεσα στις διακυμάνσεις της ενέργειας.

Σύμφωνα με αναλύσεις, η εξάρτηση της εφοδιαστικής αλυσίδας από καύσιμα και πετροχημικά ενισχύει τη μετακύλιση του κόστους στους καταναλωτές, με αποτέλεσμα αυξήσεις στις τιμές λιανικής.

Οι επιπτώσεις αναμένεται να είναι εντονότερες στις χώρες χαμηλού εισοδήματος, όπου τα τρόφιμα αποτελούν μεγάλο μέρος των δαπανών των νοικοκυριών. Όπως προειδοποιεί σχετική έκθεση της UNCTAD, οι διαταραχές στα Στενά του Ορμούζ ενδέχεται να οδηγήσουν σε περαιτέρω άνοδο των τιμών τροφίμων, με σοβαρές συνέπειες για τις πιο ευάλωτες οικονομίες.