Απολογισμός Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής 2014-2024: Βήματα προόδου, αλλά με αργούς ρυθμούς η ανάκαμψη των αποθεμάτων

Η αξιολόγηση αποκαλύπτει επίσης ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, η κύρια πρόκληση δεν είναι οι ίδιοι οι κανόνες της ΚΑΠ, αλλά η ασυνεπής εφαρμογή και επιβολή σε όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε σήμερα την αξιολόγησή της σχετικά με τον κανονισμό για την Κοινή Αλιευτική Πολιτική (ΚΑλΠ), η οποία καλύπτει τη δεκαετία από το 2014 έως το 2024.

Η αξιολόγηση παρουσιάζει μια ανάμεικτη εικόνα: ενώ η έκθεση αναγνωρίζει κάποια πρόοδο όσον αφορά τη μείωση της υπεραλίευσης και την ενίσχυση της διαχείρισης της αλιείας, δείχνει επίσης ότι εξακολουθούν να υπάρχουν ελλείψεις όσον αφορά τα οφέλη για τη βιωσιμότητα. Η αποκατάσταση των ιχθυαποθεμάτων παραμένει υπερβολικά αργή. Ταυτόχρονα, τα οικονομικά οφέλη που προβλέπονταν το 2014 δεν υλοποιήθηκαν πλήρως —μεταξύ άλλων λόγω νέων προκλήσεων, συμπεριλαμβανομένων των γεωπολιτικών εξελίξεων και των υψηλών τιμών της ενέργειας.

Η αξιολόγηση αποκαλύπτει επίσης ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, η κύρια πρόκληση δεν είναι οι ίδιοι οι κανόνες της ΚΑΠ, αλλά η ασυνεπής εφαρμογή και επιβολή σε όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ.

Η αξιολόγηση αυτή θα τροφοδοτήσει πιθανές μεταρρυθμίσεις της ΚΑΠ και θα χρησιμεύσει ως βάση για το όραμα της Επιτροπής για την αλιεία και την υδατοκαλλιέργεια για το 2040, ένα 15ετές στρατηγικό πλαίσιο για την καθοδήγηση της ανάπτυξης πολιτικής κατά τις επόμενες δεκαετίες. Τα πορίσματα θα τροφοδοτήσουν επίσης την ευρύτερη στρατηγική της ΕΕ για την εξωτερική δράση στον τομέα της αλιείας, διασφαλίζοντας ότι η βιωσιμότητα παραμένει στο επίκεντρο της διεθνούς δέσμευσης.

Αργή αποκατάσταση των ιχθυαποθεμάτων, παρεμπόδιση των οικονομικών επιδόσεων και ανανέωση των γενεών

Η αξία του εμπορίου προϊόντων αλιείας και υδατοκαλλιέργειας της ΕΕ αυξήθηκε κατά 18 % σε πραγματικούς όρους μεταξύ 2015 και 2024. Ωστόσο, η πρόοδος όσον αφορά την οικονομική και κοινωνική διάσταση της πολιτικής ήταν πιο περιορισμένη από ό,τι αναμενόταν. Ενώ ο τομέας της μεταποίησης ήταν συγκριτικά πιο ανθεκτικός, ο αλιευτικός τομέας εξακολουθεί να αντιμετωπίζει επίμονες προκλήσεις, συμπεριλαμβανομένης της γήρανσης των σκαφών, της αύξησης του λειτουργικού κόστους και, ιδίως για τους αλιείς μικρής κλίμακας, της πρόσβασης σε αλιευτικές δυνατότητες. Επιπλέον, ενώ το μερίδιο των αποθεμάτων που αλιεύονται σε βιώσιμα επίπεδα αυξήθηκε από 50 % το 2014 σε 63 % το 2022 και η αλιευτική πίεση μειώθηκε, τα ιχθυαποθέματα δεν έχουν ανακάμψει όπως αναμενόταν, γεγονός που επιτείνει τις οικονομικές προκλήσεις των αλιέων.

Η συμβολή του κανονισμού ΚΑΠ στην επισιτιστική ασφάλεια ήταν μέτρια λόγω της στατικής ή φθίνουσας εγχώριας παραγωγής. Επιπλέον, η υδατοκαλλιέργεια στην ΕΕ, αν και επικερδής, παραμένει σχετικά μικρής κλίμακας και δεν έχει επιτύχει την αύξηση της παραγωγής που θα επέτρεπε το δυναμικό της.

Περιορισμένη μετάβαση σε καλύτερη επιλεκτικότητα και αργή πρόοδος προς τη διαχείριση με βάση το οικοσύστημα

Παρά τη συνολική μείωση της αλιευτικής πίεσης, η απόρριψη ανεπιθύμητων αλιευμάτων εξακολουθεί να πραγματοποιείται στο πλαίσιο της αλιείας της ΕΕ. Από την αξιολόγηση διαπιστώνεται ότι η υποχρέωση εκφόρτωσης —κανόνας που απαιτεί από τους αλιείς να μεταφέρουν όλους τους αλιευόμενους ιχθύς στην ακτή, ακόμη και ανεπιθύμητα είδη ή είδη μεγέθους μικρότερου του κανονικού— δεν έχει οδηγήσει στο αναμενόμενο επίπεδο βελτίωσης των αλιευτικών πρακτικών ή καλύτερης επιλεκτικότητας, ιδίως λόγω της πλημμελούς εφαρμογής του συγκεκριμένου κανόνα.

Η πρόοδος στις προσεγγίσεις με βάση το οικοσύστημα επιτεύχθηκε κυρίως μέσω της προστασίας του θαλάσσιου χώρου, των τεχνικών μέτρων και της διεθνούς συνεργασίας.

Μετατόπιση της συμπεριφοράς των καταναλωτών

Η αξιολόγηση επισημαίνει ότι η συμπεριφορά των καταναλωτών έχει εξελιχθεί, με αυξανόμενη ζήτηση για μεταποιημένα, εύχρηστα θαλασσινά προϊόντα και αυξανόμενους συμβιβασμούς μεταξύ τιμής, ποιότητας και βιωσιμότητας. Ωστόσο, βάσει του ισχύοντος πλαισίου, η προστιθέμενη αξία των κανόνων της ΕΕ για την ενημέρωση των καταναλωτών περιορίζεται από το πεδίο εφαρμογής τους, το οποίο δεν καλύπτει τα μεταποιημένα προϊόντα.

Η περιφερειοποίηση βελτιώνει τη διακυβέρνηση αλλά επιβραδύνει τη λήψη αποφάσεων

Ο κανονισμός ΚΑΠ εισήγαγε ένα πλαίσιο περιφερειοποίησης που απομάκρυνε τη λήψη αποφάσεων από μια αποκλειστικά ενωσιακή προσέγγιση όσον αφορά τη συνδιαχείριση μεταξύ των κρατών μελών, των περιφερειακών αρχών και των ενδιαφερόμενων μερών, με τη συμμετοχή των γνωμοδοτικών συμβουλίων.

Η αξιολόγηση διαπιστώνει ότι το πλαίσιο αυτό λειτουργεί αποτελεσματικά, καθώς έχει βελτιώσει την κοινή λήψη αποφάσεων και επέτρεψε στα κράτη μέλη να προσαρμόσουν τα μέτρα σε περιφερειακό επίπεδο. Εξακολουθούν να υπάρχουν προκλήσεις όσον αφορά το εύρος της εκπροσώπησης των ενδιαφερόμενων μερών στα γνωμοδοτικά συμβούλια και τον χρόνο που μπορεί να χρειαστεί για τη λήψη μέτρων μέσω της διαδικασίας περιφερειοποίησης.

Η ΕΕ διατηρεί την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία εν μέσω προσαρμογών μετά το Brexit

Η ΕΕ έχει διαδραματίσει ηγετικό ρόλο στην προώθηση της βιώσιμης διαχείρισης της αλιείας σε παγκόσμιο επίπεδο και στην καταπολέμηση της παράνομης, λαθραίας και άναρχης αλιείας, μέσω της ενεργού συμμετοχής σε περιφερειακές οργανώσεις διαχείρισης της αλιείας.

Μετά την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ, η διαχείριση πολλών αποθεμάτων στις βόρειες θαλάσσιες λεκάνες έχει μετατοπιστεί από ένα αποκλειστικά ενωσιακό πλαίσιο που βασίζεται στην περιφερειοποίηση σε ένα πλαίσιο κοινών αποθεμάτων. Ο κανονισμός ΚΑΠ παρέχει τη νομική βάση που απαιτείται για να λειτουργήσει σε αυτό το νέο πλαίσιο.

Εφαρμογή και παράδοση από τα κράτη μέλη

Σημαντικό μέρος του κόστους εφαρμογής της ΚΑΠ προορίζεται για προσπάθειες ελέγχου, συλλογής δεδομένων και βιωσιμότητας, ενώ η συγχρηματοδότηση από την ΕΕ συμβάλλει στη μείωση της οικονομικής επιβάρυνσης των εθνικών προϋπολογισμών. Αν και η αυστηρότερη παρακολούθηση και επιβολή απαιτούν επενδύσεις και πόρους, παραμένουν ζωτικής σημασίας για τη διασφάλιση ακριβών δεδομένων, θεμιτού ανταγωνισμού και αποτελεσματικής διαχείρισης των ιχθυαποθεμάτων. Ενώ βήματα όπως η απλούστευση των κανόνων, η ψηφιοποίηση των διαδικασιών και ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός έχουν συμβάλει στη μείωση της γραφειοκρατίας, η επιτυχία τους εξαρτάται από τη συνεπή εφαρμογή από τα κράτη μέλη.

Ο κανονισμός για την κοινή αλιευτική πολιτική τέθηκε σε ισχύ το 2014. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή βάσισε την αξιολόγηση αυτή σε αυστηρή συλλογή αποδεικτικών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων στοχευμένων διαβουλεύσεων με τα ενδιαφερόμενα μέρη, δημόσιων προσκλήσεων υποβολής στοιχείων και τεχνικών αναλύσεων. Η αξιολόγηση αυτή αποτελεί μέρος του Ευρωπαϊκού Συμφώνου για τους Ωκεανούς.