Η χώρα ζητά από την Κομισιόν να επανεξετάσει την εξαίρεσή της από τον κατάλογο συμμόρφωσης με τους κανόνες για τα αντιμικροβιακά
Νέο πεδίο έντασης ανοίγει στις εμπορικές σχέσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης και Βραζιλίας, μετά την απόφαση των ευρωπαϊκών αρχών να αποκλείσουν από τον Σεπτέμβριο τις εισαγωγές βραζιλιάνικου κρέατος και άλλων ζωικών προϊόντων.
Η Μπραζίλια δηλώνει αιφνιδιασμένη από την εξέλιξη και έχει ζητήσει την επανένταξή της στον κατάλογο των χωρών που θεωρείται ότι συμμορφώνονται με τους ευρωπαϊκούς κανόνες για τη χρήση αντιμικροβιακών ουσιών στα ζώα.
Η απόφαση ελήφθη από επιτροπή εθνικών εμπειρογνωμόνων της ΕΕ και αφορά τη χρήση αντιμικροβιακών για την ενίσχυση της ανάπτυξης των ζώων, πρακτική που δεν επιτρέπεται με βάση το ευρωπαϊκό πλαίσιο ασφάλειας τροφίμων.
Πρόκειται για την πρώτη περίπτωση χώρας που αφαιρείται από τον σχετικό ευρωπαϊκό κατάλογο συμμόρφωσης. Η απαγόρευση θα καλύπτει ζώντα ζώα που προορίζονται για παραγωγή τροφίμων και παράγωγα προϊόντα, όπως βόειο κρέας, πουλερικά, αυγά, προϊόντα υδατοκαλλιέργειας και μέλι.
Το μέτρο αναμένεται να τεθεί σε ισχύ στις 3 Σεπτεμβρίου 2026.
Η Βραζιλία έχει ήδη ξεκινήσει τεχνικές επαφές με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ζητώντας εξηγήσεις για την απόφαση και επιδιώκοντας την ανατροπή της. Από την πλευρά της, η Κομισιόν επισημαίνει ότι η χώρα θα πρέπει να αποδείξει συμμόρφωση με τους ευρωπαϊκούς κανόνες καθ’ όλη τη διάρκεια ζωής των ζώων από τα οποία προέρχονται τα προϊόντα που εξάγονται στην ΕΕ.
Εφόσον η συμμόρφωση τεκμηριωθεί, οι εξαγωγές θα μπορούν να εγκριθούν εκ νέου ή να επαναληφθούν.
Η εξέλιξη έρχεται λίγες ημέρες μετά την προσωρινή έναρξη ισχύος της συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου ΕΕ-Mercosur, η οποία άρχισε να εφαρμόζεται την 1η Μαΐου και προβλέπει απελευθέρωση του εμπορίου αγροτικών προϊόντων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των χωρών της Mercosur — Βραζιλίας, Παραγουάης, Ουρουγουάης και Αργεντινής.
Το θέμα προσθέτει νέα πίεση σε μια ήδη ευαίσθητη εμπορική συμφωνία, καθώς στον ευρωπαϊκό αγροτικό τομέα παραμένουν έντονες οι ανησυχίες για πιθανό αθέμιτο ανταγωνισμό από εισαγόμενα προϊόντα χωρών με διαφορετικά πρότυπα παραγωγής.