Η Ευρώπη ξαναγράφει τον λογαριασμό της ΚΑΠ, λιγότερη ασφάλεια, περισσότερη πράσινη στόχευση
Στο νέο δημοσιονομικό σήμα των Βρυξελλών για το 2026, η γεωργία δεν εξαφανίζεται από την κορυφή των ευρωπαϊκών προτεραιοτήτων. Αλλά αλλάζει θέση μέσα στον προϋπολογισμό. Λιγότερο χρήμα για τη βασική στήριξη, μικρότερο αποθεματικό κρίσεων και περισσότερη πίεση προς τα οικολογικά σχήματα δείχνουν μια ΚΑΠ που γίνεται πιο πολιτική, πιο τεχνική και πιο απαιτητική για τα κράτη μέλη.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με την Επιστολή Τροποποίησης αριθ. 1 για τον προϋπολογισμό του 2026, ανοίγει ένα παράθυρο στο πώς θα κινηθεί η Ευρώπη την επόμενη χρονιά, σε μια περίοδο όπου η αγροτική παραγωγή βρίσκεται ανάμεσα σε τρεις πιέσεις, το κόστος, την κλιματική αστάθεια και τη δημοσιονομική πειθαρχία. Το συνολικό ύψος των εσόδων του προϋπολογισμού διαμορφώνεται στα 190,3 δισ. ευρώ, αυξημένο κατά 18,04% σε σχέση με το 2025, ενώ η χρηματοδότηση μέσω του πόρου που βασίζεται στο ακαθάριστο εθνικό εισόδημα αυξάνεται κατά 31,85%, στα 133,9 δισ. ευρώ.
Πίσω από τους αριθμούς κρύβεται μια σαφής πολιτική ανάγνωση. Η Ευρώπη ζητά περισσότερα από τα κράτη μέλη για να ισορροπήσει έναν προϋπολογισμό που επιβαρύνεται από νέες ανάγκες, παλαιές υποχρεώσεις και υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης. Για την Ελλάδα, η συνολική συνεισφορά στους ίδιους πόρους της ΕΕ εμφανίζεται στα 2,64 δισ. ευρώ, με τις εθνικές συνεισφορές να φθάνουν τα 2,34 δισ. ευρώ και μερίδιο 1,41% στο σύνολο των εθνικών συνεισφορών.
Το πιο κρίσιμο σημείο για τον αγροδιατροφικό τομέα βρίσκεται στον τίτλο για τη γεωργία και τη θαλάσσια πολιτική. Οι πιστώσεις του τομέα μειώνονται από 54,68 δισ. ευρώ σε 54,34 δισ. ευρώ σε δεσμεύσεις, ενώ οι πληρωμές υποχωρούν από 50,87 δισ. ευρώ σε 50,43 δισ. ευρώ. Πρόκειται για μείωση 333,1 εκατ. ευρώ στις δεσμεύσεις και 438,1 εκατ. ευρώ στις πληρωμές, σε μια χρονιά που οι παραγωγοί σε όλη την Ευρώπη ζητούν περισσότερη σταθερότητα και όχι απλώς καλύτερη λογιστική ισορροπία.
Η πραγματική είδηση, όμως, βρίσκεται στο εσωτερικό της ΚΑΠ. Το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Εγγυήσεων, δηλαδή ο βασικός μηχανισμός που χρηματοδοτεί τις άμεσες ενισχύσεις και τις παρεμβάσεις στην αγορά, μειώνεται κατά 335,6 εκατ. ευρώ σε δεσμεύσεις και κατά 440,6 εκατ. ευρώ σε πληρωμές. Το μήνυμα είναι καθαρό. Η Ευρώπη δεν εγκαταλείπει την αγροτική πολιτική, αλλά τη μετακινεί από τη λογική της οριζόντιας στήριξης προς τη λογική της επιλεκτικής χρηματοδότησης.
Το πιο ευαίσθητο πολιτικά σημείο είναι το γεωργικό αποθεματικό κρίσεων. Από τα 450 εκατ. ευρώ, το νέο ποσό περιορίζεται στα 172,6 εκατ. ευρώ, δηλαδή μια μείωση που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη σε μια περίοδο πολέμων, ακραίων καιρικών φαινομένων, ασθενειών στην κτηνοτροφία και διαταραχών στο εμπόριο. Το αποθεματικό αυτό προορίζεται για δημόσια παρέμβαση, ιδιωτική αποθεματοποίηση και έκτακτα μέτρα, άρα λειτουργεί ως θεσμικό «μαξιλάρι» όταν η αγορά σπάει.
Την ίδια στιγμή, η βασική εισοδηματική στήριξη για τη βιωσιμότητα μειώνεται κατά 488,8 εκατ. ευρώ, από 18,43 δισ. ευρώ σε 17,94 δισ. ευρώ. Αυτό είναι το σημείο που ενδιαφέρει περισσότερο τον παραγωγό, διότι αγγίζει τον πυρήνα της άμεσης ενίσχυσης. Δεν πρόκειται μόνο για τεχνική προσαρμογή. Είναι ένδειξη ότι το κέντρο βάρους μεταφέρεται σταδιακά από το «δικαίωμα πληρωμής» στο «δικαίωμα επίδοσης».
Αντίθετα, τα σχήματα για κλίμα, περιβάλλον και καλή διαβίωση των ζώων αυξάνονται κατά 231 εκατ. ευρώ, φθάνοντας τα 9,014 δισ. ευρώ. Η συνδεδεμένη ενίσχυση αυξάνεται επίσης κατά 10 εκατ. ευρώ, στα 4,48 δισ. ευρώ. Η εικόνα είναι πολιτικά αποκαλυπτική. Οι Βρυξέλλες μειώνουν τον πιο κλασικό πυλώνα της βασικής στήριξης και ενισχύουν τα εργαλεία που συνδέονται με περιβαλλοντικά, κλιματικά και παραγωγικά κριτήρια.
Για την Ελλάδα, αυτή η μετατόπιση έχει ιδιαίτερη σημασία. Σε μια χώρα όπου η συζήτηση για τις πληρωμές, τους ελέγχους, την αξιοπιστία των δηλώσεων και την απορρόφηση των ευρωπαϊκών πόρων παραμένει ανοιχτή, το νέο δημοσιονομικό πλαίσιο δείχνει ότι το πρόβλημα δεν θα είναι μόνο το ύψος των κονδυλίων. Θα είναι κυρίως η ικανότητα του συστήματος να τεκμηριώνει, να ελέγχει και να πληρώνει σωστά. Η ΚΑΠ του 2026 δεν θα συγχωρεί διοικητική αδυναμία με την ίδια ευκολία που το έκανε στο παρελθόν.
Στους επιμέρους κλάδους, η Επιτροπή προχωρά σε στοχευμένες διορθώσεις. Ο τομέας των οπωροκηπευτικών στα στρατηγικά σχέδια μειώνεται κατά 10 εκατ. ευρώ, στα 1,025 δισ. ευρώ, η μελισσοκομία υποχωρεί κατά 1 εκατ. ευρώ, στα 57 εκατ. ευρώ, ενώ οι χρηματοδοτήσεις για επιχειρησιακά ταμεία οργανώσεων παραγωγών στα οπωροκηπευτικά μειώνονται κατά 3 εκατ. ευρώ, στα 175 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, οι δράσεις προώθησης αγροτικών προϊόντων που διαχειρίζεται απευθείας η Επιτροπή ενισχύονται με 105 εκατ. ευρώ σε δεσμεύσεις.
Αυτή η λεπτομέρεια έχει επιχειρηματικό βάθος. Η Ευρώπη δεν χρηματοδοτεί μόνο παραγωγή. Χρηματοδοτεί θέση στην αγορά, εξαγωγική ταυτότητα, οργανωμένες αλυσίδες αξίας και προϊόντα που μπορούν να σταθούν σε πιο ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον. Για τον ελληνικό αγροδιατροφικό τομέα, από το ελαιόλαδο και τα φρούτα έως το κρασί, τη φέτα και τα μεταποιημένα προϊόντα, το μήνυμα είναι ότι η πρόσβαση στο ευρωπαϊκό χρήμα θα συνδέεται όλο και περισσότερο με οργάνωση, πιστοποίηση, εξωστρέφεια και μετρήσιμο αποτέλεσμα.
Η Επιστολή Τροποποίησης δείχνει, τελικά, μια Ευρώπη που θέλει να κρατήσει τη γεωργία στο κέντρο, αλλά όχι με τους όρους του παρελθόντος. Λιγότερη αυτόματη ενίσχυση, περισσότερη προϋπόθεση. Λιγότερο γενικό αποθεματικό, περισσότερη δημοσιονομική πειθαρχία. Περισσότερη πράσινη στόχευση, αλλά και μεγαλύτερη ευθύνη για τα κράτη μέλη.
Σε τεχνικό επίπεδο, η νέα δημοσιονομική αρχιτεκτονική της ΚΑΠ μεταφέρει το βάρος από την απλή κατανομή πόρων στη διαχειριστική επάρκεια των κρατών μελών. Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει ότι η αξία των ευρωπαϊκών κονδυλίων θα εξαρτηθεί όλο και περισσότερο από την ποιότητα των δηλώσεων ΟΣΔΕ, τη διαλειτουργικότητα των βάσεων δεδομένων, την ταχύτητα των ελέγχων, την τεκμηρίωση των επιλέξιμων δαπανών και την ικανότητα των οργανώσεων παραγωγών να λειτουργήσουν ως πραγματικοί επιχειρησιακοί βραχίονες της αγροτικής οικονομίας. Το διαθέσιμο χρηματοδοτικό πλαίσιο παραμένει ισχυρό, αλλά η πρόσβαση σε αυτό γίνεται πιο σύνθετη, πιο μετρήσιμη και περισσότερο συνδεδεμένη με διοικητική αξιοπιστία, παραγωγική οργάνωση και αποδεδειγμένο αποτέλεσμα.