Βόρεια Αμερική: Δύο διαφορετικές στρατηγικές απέναντι στην απειλή των μεγάλων πυρκαγιών

Καναδάς και ΗΠΑ προσεγγίζουν τη σχέση μεταξύ διαχείρισης των δασών και πρόληψης των πυρκαγιών μέσα από ένα τεχνικό και πολιτικό χάσμα.

Τα τελευταία χρόνια, οι δασικές πυρκαγιές στη Βόρεια Αμερική έχουν γίνει όλο και πιο εκτεταμένες και καταστροφικές. Μάλιστα, ο Καναδάς και οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν το ζήτημα της σχέσης μεταξύ δασικής διαχείρισης και πρόληψης του κινδύνου με προσεγγίσεις που διαφέρουν ριζικά μεταξύ τους.

Στον Καναδά, εδραιώνεται ένας τεχνικός και επιστημονικός διάλογος που θέτει στο επίκεντρο την ανάγκη για μια ενεργή διαχείριση των δασών, με σκοπό τη μείωση της τρωτότητάς τους απέναντι στις μεγα-πυρκαγιές. Οι εμπειρίες που έχουν αναπτυχθεί σε επαρχίες όπως η Αλμπέρτα και η Βρετανική Κολομβία δείχνουν ότι παρεμβάσεις όπως η αραίωση των δέντρων, η διαχείριση της βιομάζας και η αξιοποίηση του ξύλου μπορούν να συμβάλουν στη μείωση της σφοδρότητας των πυρκαγιών στις περιοχές όπου εφαρμόζονται, καθιστώντας τα δασικά τοπία πιο ανθεκτικά.

Σε αυτό το πλαίσιο, τα υπολείμματα βιομάζας θεωρούνται ένας πιθανός οικονομικός πόρος, ικανός να περιορίσει το βάρος του κόστους πρόληψης μέσω της ενεργειακής τους μετατροπής. Η καναδική συζήτηση στην οποία συμμετέχουν ερευνητές, διαχειριστές δασών, δημόσιες διοικήσεις, η βιομηχανία ξύλου και οι τοπικές κοινότητες, εξελίσσεται σε ένα περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από τις σοβαρότερες αντιπυρικές περιόδους των τελευταίων δεκαετιών. Το κεντρικό ερώτημα δεν φαίνεται να είναι το πόση ξυλεία θα υλοτομηθεί, αλλά το πώς θα οικοδομηθούν δάση πιο ανθεκτικά στην κλιματική αλλαγή και ικανά να περιορίσουν την ανάπτυξη πυρκαγιών υψηλής έντασης.

Διαφορετική εμφανίζεται η κατάσταση στις Ηνωμένες Πολιτείες. Συγκεκριμένα, στο Όρεγκον, στις 27 Μαρτίου του τρέχοντος έτους, εκπρόσωποι του Δημοκρατικού Κόμματος ζήτησαν παράταση της δημόσιας διαβούλευσης σχετικά με τα νέα σχέδια του Bureau of Land Management (Υπηρεσία Διαχείρισης Γης), τα οποία προβλέπουν σημαντική αύξηση της υλοτομίας στα εκτεταμένα ομοσπονδιακά δάση του δυτικού τμήματος της πολιτείας.

Η υπόθεση αυτή εντάσσεται στην ευρύτερη στρατηγική της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, η οποία έχει ήδη ανακοινώσει αύξηση κατά 25% στην παραγωγή ξυλείας από τα δημόσια δάση. Αν και στην περίπτωση αυτή γίνεται επίκληση της ανάγκης μείωσης του κινδύνου μεγάλων πυρκαγιών, το θέμα μετατράπηκε γρήγορα σε πεδίο πολιτικής σύγκρουσης σχετικά με τον ρόλο των ομοσπονδιακών δασών. Έτσι, έρχονται αντιμέτωπες διαφορετικές οπτικές: από τη μία πλευρά βρίσκονται όσοι προτάσσουν την παραγωγική λειτουργία των δασών και από την άλλη όσοι φοβούνται την αποδυνάμωση των στόχων προστασίας του περιβάλλοντος.

Η σύγκριση μεταξύ Καναδά και ΗΠΑ αναδεικνύει επομένως μια ουσιαστική διαφορά. Στον Καναδά, η διαχείριση των δασών συζητείται κυρίως ως ένα τεχνικό εργαλείο για την αύξηση της ανθεκτικότητας των περιοχών και των κοινοτήτων απέναντι σε ακραίες πυρκαγιές.

Αντίθετα, στις Ηνωμένες Πολιτείες, η πολιτική επιλογή για μια εκ των προτέρων (a priori) αύξηση της υλοτομίας κινδυνεύει να επισκιάσει την τεχνική συζήτηση. Με τον τρόπο αυτό, μια πιθανή διαχειριστική λύση απέναντι σε ένα διαρκώς διογκούμενο φαινόμενο, όπως αυτό των μεγα-πυρκαγιών, μετατρέπεται σε μια ιδεολογική αντιπαράθεση για το μέλλον των δημόσιων δασών.