ΟΟΣΑ–FAO: Οι αγρότες θα παράγουν περισσότερο, αλλά δεν θα κερδίζουν απαραίτητα περισσότερα
Η παγκόσμια γεωργική παραγωγή προβλέπεται να αυξηθεί κατά 13% έως το 2035, χωρίς αντίστοιχη άνοδο των πραγματικών τιμών. Η νέα δεκαετία φέρνει μεγαλύτερη πίεση για παραγωγικότητα, επενδύσεις στην τεχνολογία και αποτελεσματικότερη χρήση ενέργειας και λιπασμάτων.
Του Αλεξάντερ Μορό
ΠΑΡΙΣΙ. Μια παγκόσμια γεωργία με μεγαλύτερη παραγωγή, υψηλότερη παραγωγικότητα, αλλά και αυξημένη έκθεση στις διακυμάνσεις του κόστους και των αγορών περιγράφει η νέα έκθεση OECD–FAO Agricultural Outlook 2026-2035, η οποία παρουσιάστηκε στις 29 Ιουνίου.
Η κοινή έκθεση του ΟΟΣΑ και του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών εξετάζει τις προοπτικές των βασικών αγροτικών προϊόντων, της κτηνοτροφίας, της αλιείας, των βιοκαυσίμων και του διεθνούς εμπορίου έως το 2035.
Οι εκτιμήσεις δεν αποτελούν βεβαιότητες, αλλά ένα βασικό σενάριο το οποίο στηρίζεται σε συγκεκριμένες παραδοχές για την οικονομική ανάπτυξη, τον πληθυσμό, τις καιρικές συνθήκες, την αγροτική πολιτική και την εξέλιξη της παραγωγικότητας. Η ίδια η έκθεση επισημαίνει ότι οι γεωπολιτικές κρίσεις, οι τιμές της ενέργειας και οι διαταραχές στις αλυσίδες εφοδιασμού μπορούν να μεταβάλουν σημαντικά την εικόνα.
Σύμφωνα με το βασικό σενάριο, η παγκόσμια παραγωγή γεωργικών προϊόντων και υδάτινων τροφίμων αναμένεται να αυξηθεί κατά 13% μέσα στην επόμενη δεκαετία. Η άνοδος θα προέλθει κυρίως από τη βελτίωση των αποδόσεων, την εντατικότερη χρήση της τεχνολογίας και την αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των παραγωγικών πόρων.
Η ανάπτυξη προβλέπεται να συγκεντρωθεί κυρίως στην Ασία, στην υποσαχάρια Αφρική και στη Λατινική Αμερική, περιοχές στις οποίες αυξάνονται τόσο ο πληθυσμός όσο και η ζήτηση για τρόφιμα. Παράλληλα, η άνοδος των εισοδημάτων σε αρκετές οικονομίες μεσαίου εισοδήματος αναμένεται να ενισχύσει την κατανάλωση κρέατος, γαλακτοκομικών προϊόντων και ψαριών.
Για τους αγρότες, ωστόσο, το σημαντικότερο στοιχείο δεν είναι μόνο η αύξηση της παραγωγής. Η έκθεση προβλέπει ότι οι πραγματικές διεθνείς τιμές των περισσότερων αγροτικών προϊόντων θα παραμείνουν σταθερές ή θα κινηθούν χαμηλότερα από τα σημερινά επίπεδα.
Αυτό σημαίνει ότι η ενδεχόμενη βελτίωση του αγροτικού εισοδήματος δεν αναμένεται να προέλθει κυρίως από υψηλότερες τιμές παραγωγού. Θα εξαρτηθεί περισσότερο από το πόσο αποτελεσματικά θα παράγει κάθε εκμετάλλευση, πόσο θα περιορίζει το κόστος και σε ποιον βαθμό θα μπορεί να αξιοποιεί νέες τεχνολογίες.
Το βασικό σενάριο προβλέπει ότι το μέσο ακαθάριστο γεωργικό εισόδημα ανά εργαζόμενο θα αυξηθεί κατά 9% έως το 2035. Η αύξηση αυτή αποδίδεται κυρίως στην άνοδο της παραγωγικότητας, παρά στο επίπεδο των τιμών των προϊόντων.
Η παγκόσμια μέση παραγωγικότητα της αγροτικής εργασίας εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί περίπου στα 3.800 δολάρια ανά εργαζόμενο. Πίσω από τον μέσο όρο, όμως, παραμένουν σημαντικές γεωγραφικές ανισότητες.
Στις χώρες υψηλού εισοδήματος, η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο εκτιμάται ότι θα αυξηθεί από λίγο περισσότερο από 21.100 δολάρια σήμερα στα 22.155 δολάρια το 2035. Στις φτωχότερες περιοχές της υποσαχάριας Αφρικής και της Νότιας Ασίας, αναμένεται να αυξηθεί από περίπου 930 σε 1.100 δολάρια.
Παρά τη θετική κεντρική πρόβλεψη, η έκθεση καταγράφει υψηλό βαθμό αβεβαιότητας. Υπάρχει πιθανότητα μία στις τέσσερις το αγροτικό εισόδημα ανά εργαζόμενο το 2035 να βρεθεί τουλάχιστον 12% χαμηλότερα από το βασικό σενάριο.
Σε μια τέτοια περίπτωση, το παγκόσμιο μέσο εισόδημα θα μπορούσε να διαμορφωθεί περίπου 3% χαμηλότερα από τα σημερινά επίπεδα, ενώ στις χώρες χαμηλού εισοδήματος η απόκλιση από τη βασική πρόβλεψη θα μπορούσε να ξεπεράσει το 20%.
Η επισήμανση αυτή περιορίζει την αρχική αισιοδοξία που δημιουργεί η προβλεπόμενη αύξηση της παραγωγής. Περισσότερη παραγωγή δεν σημαίνει αυτομάτως υψηλότερο ή σταθερότερο αγροτικό εισόδημα, ιδιαίτερα όταν το κόστος των εισροών και οι τιμές των προϊόντων μεταβάλλονται με διαφορετικούς ρυθμούς.
Ιδιαίτερη θέση στην έκθεση καταλαμβάνουν οι συνέπειες της σύγκρουσης του 2026 στη Μέση Ανατολή. Η αύξηση των τιμών της ενέργειας και οι δυσκολίες στη μεταφορά λιπασμάτων μέσω των Στενών του Ορμούζ εξετάζονται ως ένας από τους βασικούς βραχυπρόθεσμους κινδύνους για την παραγωγή.
Στο δυσμενές σενάριο, εάν η μέση αύξηση των ενεργειακών τιμών κατά περίπου 33% διατηρηθεί και κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2026, η παγκόσμια παραγωγή δημητριακών θα μπορούσε να μειωθεί κατά 0,9% το 2027. Στις χώρες χαμηλού εισοδήματος η μείωση υπολογίζεται ότι θα μπορούσε να φθάσει το 1,7%.
Η αιτία είναι η προβλεπόμενη μείωση της χρήσης λιπασμάτων λόγω του υψηλότερου κόστους. Οι παραγωγοί που δεν διαθέτουν τα απαραίτητα κεφάλαια περιορίζουν τις εφαρμογές, με άμεση επίπτωση στις αποδόσεις και στην τελική παραγωγή.
Η έκθεση δεν δίνει ξεχωριστή πρόβλεψη για την Ελλάδα. Για τον Ευρωπαίους αγρότες, ωστόσο, τα βασικά συμπεράσματα είναι ξεκάθαρα. Το κόστος της ενέργειας και των λιπασμάτων θα εξακολουθήσει να αποτελεί κρίσιμο παράγοντα, ενώ οι διεθνείς αγορές δεν αναμένεται να προσφέρουν μια γενικευμένη και διαρκή άνοδο των πραγματικών τιμών.
Παράλληλα, ενισχύεται η ανάγκη για επενδύσεις σε εξοπλισμό, ψηφιακές εφαρμογές, ορθολογική λίπανση, εξοικονόμηση νερού και ενέργειας, βελτίωση των αποδόσεων και καλύτερη εμπορική οργάνωση. Όσες εκμεταλλεύσεις δεν μπορούν να χρηματοδοτήσουν αυτή τη μετάβαση κινδυνεύουν να αντιμετωπίσουν μεγαλύτερη πίεση στα περιθώρια κέρδους.
Η έκθεση αναγνωρίζει ότι οι μικρότερες γεωργικές εκμεταλλεύσεις βρίσκονται σε δυσμενέστερη θέση. Διαθέτουν συνήθως περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση, τεχνολογία, αποθηκευτικές υποδομές και οργανωμένα δίκτυα εμπορίας. Ως αποτέλεσμα, δυσκολεύονται περισσότερο να αυξήσουν την παραγωγικότητά τους και να απορροφήσουν τις περιόδους χαμηλών τιμών ή υψηλού κόστους.
Κατά την παρουσίαση, η Natasha Santos Eastwood, στέλεχος της Bayer και πρόεδρος της Επιτροπής Τροφίμων και Γεωργίας του Business at OECD, υποστήριξε ότι η ανθεκτικότητα των αγροδιατροφικών συστημάτων πρέπει να στηριχθεί στη βιώσιμη αύξηση της παραγωγικότητας, στην καινοτομία, στη συνέπεια των πολιτικών και στο ανοιχτό εμπόριο.
Στη σχετική συζήτηση συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, ο επικεφαλής οικονομολόγος του FAO Máximo Torero, η Marion Jansen από τον ΟΟΣΑ, ο Sarquis J. B. Sarquis από το υπουργείο Εξωτερικών της Βραζιλίας, η Sjoukje Heimovaara από το Wageningen University & Research και ο Ralf Van De Beek από το ολλανδικό υπουργείο Γεωργίας.
Το διεθνές εμπόριο διατηρεί κεντρική θέση στις προβλέψεις του ΟΟΣΑ και του FAO. Η παραγωγή τροφίμων και η ζήτηση δεν αναπτύσσονται στις ίδιες περιοχές και με την ίδια ταχύτητα. Οι ανοικτές αγορές και οι λειτουργικές αλυσίδες εφοδιασμού θεωρούνται αναγκαίες για την κάλυψη των ελλειμμάτων και τη συγκράτηση των τιμών.
Για τους παραγωγούς, αυτό δημιουργεί ταυτόχρονα ευκαιρίες και κινδύνους. Η πρόσβαση στις διεθνείς αγορές μπορεί να ενισχύσει τις πωλήσεις, αλλά αυξάνει και την έκθεση στον ανταγωνισμό, στις συναλλαγματικές μεταβολές, στις εμπορικές αποφάσεις και στις γεωπολιτικές διαταραχές.
Η περιβαλλοντική διάσταση παραμένει επίσης ισχυρή. Παρά την προβλεπόμενη βελτίωση της αποδοτικότητας, οι άμεσες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου από τη γεωργία αναμένεται να αυξηθούν κατά 6,5% έως το 2035.
Περίπου το 77% της αύξησης αποδίδεται στη διεύρυνση της ζωικής παραγωγής και το υπόλοιπο κυρίως στις εκπομπές που συνδέονται με τη χρήση συνθετικών λιπασμάτων. Η τάση αυτή προμηνύει αυστηρότερη πίεση για παραγωγή με μικρότερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα.
Η συνολική εικόνα για την επόμενη δεκαετία δεν είναι ούτε αποκλειστικά θετική ούτε αποκλειστικά αρνητική. Οι αγρότες θα κληθούν να παράγουν περισσότερο, με ακριβότερους ή περισσότερο ευμετάβλητους πόρους, χωρίς να θεωρείται δεδομένη η άνοδος των τιμών παραγωγού.
Η παραγωγικότητα, η πρόσβαση στην τεχνολογία, η διαχείριση του κόστους και η δυνατότητα σύνδεσης με τις αγορές θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό ποιες εκμεταλλεύσεις θα μπορέσουν να ενισχύσουν το εισόδημά τους και ποιες θα βρεθούν υπό μεγαλύτερη οικονομική πίεση έως το 2035.