ΚΑΠ: Λιγότεροι έλεγχοι και κυρώσεις για μικρές αγροτικές εκμεταλλεύσεις

Η Κομισιόν επιβεβαιώνει απαλλαγή από ελέγχους αιρεσιμότητας για εκμεταλλεύσεις έως 100 στρέμματα και δυνατότητα στήριξης έως 3.000 ευρώ.

Του Γ. Μπακόλα

Ύστερα από συζήτηση για το διοικητικό βάρος που εξακολουθεί να συνοδεύει την εφαρμογή της ΚΑΠ, συνάδελφος από την Ισπανία μάς απέστειλε ένα επίσημο έγγραφο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Πρόκειται για την απάντηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε αναφορά σχετικά με τις δυσανάλογες απαιτήσεις που αντιμετωπίζουν οι μικρές, κυρίως οικογενειακές, αγροτικές εκμεταλλεύσεις.

Το έγγραφο, με ημερομηνία 11 Αυγούστου 2026, περιλαμβάνει μια κρίσιμη διευκρίνιση. Οι παραγωγοί με εκμεταλλεύσεις έως 10 εκτάρια, δηλαδή έως 100 στρέμματα, απαλλάσσονται από τους ελέγχους αιρεσιμότητας και από τις διοικητικές κυρώσεις που συνδέονται με τη μη συμμόρφωση προς τις συγκεκριμένες απαιτήσεις της ΚΑΠ.

Η υπόθεση ξεκίνησε από την Ισπανία, αλλά δεν αφορά μόνο τους Ισπανούς γεωργούς. Οι συγκεκριμένες αλλαγές εντάσσονται στο κοινό ευρωπαϊκό πλαίσιο της ΚΑΠ και, συνεπώς, έχουν άμεσο ενδιαφέρον και για τους Έλληνες παραγωγούς.

Η αναφορά 2383/2025, η οποία κατατέθηκε από την Ana Karla Pérez Riverón, περιγράφει μια κατάσταση γνώριμη σε πολλές αγροτικές περιοχές της Ευρώπης. Μικροί παραγωγοί καλούνται να συμμορφωθούν με ένα σύνθετο σύστημα περιβαλλοντικών κανόνων, οικολογικών προγραμμάτων, ψηφιακών καταχωρίσεων και διοικητικών διαδικασιών, συχνά χωρίς επαρκή τεχνική υποστήριξη ή οικονομικούς πόρους.

Η αναφέρουσα ζήτησε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να εξετάσει εάν η εφαρμογή της ΚΑΠ ανταποκρίνεται στις αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας και της οικονομικής βιωσιμότητας. Έθεσε, επίσης, το ερώτημα εάν οι υφιστάμενες απαιτήσεις δημιουργούν στην πράξη ένα έμμεσο πλεονέκτημα για τις μεγαλύτερες εκμεταλλεύσεις, οι οποίες διαθέτουν οργανωμένα λογιστήρια, γεωτεχνικούς συμβούλους και μεγαλύτερη δυνατότητα απορρόφησης του κόστους συμμόρφωσης.

Η αναφορά κρίθηκε παραδεκτή στις 9 Μαρτίου 2026 και ζητήθηκαν πληροφορίες από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η απάντηση της Κομισιόν παραλήφθηκε στις 6 Ιουλίου 2026 και ενσωματώθηκε στο ενημερωτικό σημείωμα της Επιτροπής Αναφορών προς τα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Η Κομισιόν αναγνωρίζει ευθέως ότι οι μικρές εκμεταλλεύσεις αντιμετωπίζουν ιδιαίτερες δυσκολίες στην τήρηση των περιβαλλοντικών και διοικητικών απαιτήσεων. Ως βασικές αιτίες αναφέρει το περιορισμένο μέγεθός τους και τη χαμηλότερη διοικητική τους ικανότητα.

Η παραδοχή έχει ιδιαίτερη σημασία. Για χρόνια, οι Ευρωπαίοι αγρότες άκουγαν ότι η ψηφιοποίηση και οι νέοι κανονισμοί θα απλοποιούσαν την ΚΑΠ. Στην πράξη, κάθε νέα υποχρέωση συνοδευόταν συχνά από περισσότερες καταχωρίσεις, δικαιολογητικά, διασταυρώσεις και πιθανές κυρώσεις.

Το αποτέλεσμα ήταν ένα σύστημα στο οποίο η πρόσβαση στην ενίσχυση εξαρτιόταν όλο και περισσότερο από την ικανότητα του παραγωγού να διαχειριστεί τη γραφειοκρατία και λιγότερο από την ίδια την αγροτική δραστηριότητα.

Με τις τελευταίες αλλαγές, οι μικροί γεωργοί με έκταση έως 10 εκτάρια απαλλάσσονται από τους ελέγχους αιρεσιμότητας και από τις διοικητικές κυρώσεις για παραβάσεις των συγκεκριμένων απαιτήσεων. Η ρύθμιση περιορίζει σημαντικά τον κίνδυνο περικοπής των ενισχύσεων για χιλιάδες οικογενειακές εκμεταλλεύσεις.

Αυτό δεν σημαίνει ότι καταργούνται όλοι οι περιβαλλοντικοί κανόνες ή όλες οι υποχρεώσεις των δικαιούχων. Οι παραγωγοί εξακολουθούν να πρέπει να πληρούν τους βασικούς όρους επιλεξιμότητας, ενώ μπορούν να διενεργούνται άλλοι έλεγχοι που προβλέπονται από την ευρωπαϊκή ή την εθνική νομοθεσία.

Η ουσία της αλλαγής βρίσκεται αλλού. Οι εκμεταλλεύσεις έως 100 στρέμματα βγαίνουν από το βαρύ σύστημα ελέγχων και διοικητικών κυρώσεων της αιρεσιμότητας, χωρίς να τίθεται σε αμφισβήτηση η υποχρέωση τήρησης της νομοθεσίας.

Παράλληλα, ο Κανονισμός (ΕΕ) 2025/2649 παρέχει στα κράτη-μέλη τη δυνατότητα να αυξήσουν το ανώτατο ποσό του απλουστευμένου καθεστώτος μικρών γεωργών από 1.250 σε 3.000 ευρώ ανά εκμετάλλευση.

Εδώ χρειάζεται προσοχή. Τα 3.000 ευρώ δεν αποτελούν νέα οριζόντια ενίσχυση που θα καταβληθεί αυτόματα σε όλους τους μικρούς παραγωγούς. Αποτελούν το ανώτατο όριο που μπορεί να επιλέξει κάθε κράτος-μέλος, προσαρμόζοντας ανάλογα το Στρατηγικό Σχέδιο της ΚΑΠ.

Για την Ελλάδα, επομένως, απαιτείται συγκεκριμένη πολιτική και διοικητική απόφαση. Μέχρι να υπάρξει επίσημη ενσωμάτωση στο ελληνικό πλαίσιο, δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη η καταβολή των 3.000 ευρώ.

Η Επιτροπή αναφέρεται ακόμη στη διεύρυνση των απλουστευμένων επιλογών κόστους, στην ευκολότερη πρόσβαση μικρών εκμεταλλεύσεων σε χρηματοδοτικά εργαλεία και στην απλούστευση της στήριξης για την ανάπτυξη μικρών αγροτικών επιχειρήσεων.

Την ίδια στιγμή, υπενθυμίζει ότι η ΚΑΠ εφαρμόζεται με καθεστώς επιμερισμένης διαχείρισης. Οι Βρυξέλλες εγκρίνουν τα εθνικά στρατηγικά σχέδια και παρακολουθούν την υλοποίησή τους. Οι αιτήσεις, οι πληρωμές, οι αναλυτικές διοικητικές ρυθμίσεις και η πρακτική εφαρμογή των ελέγχων αποτελούν, όμως, πρωτίστως ευθύνη των κρατών-μελών.

Με άλλα λόγια, η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να ανοίγει τον δρόμο προς την απλούστευση, αλλά το κατά πόσο αυτή θα φτάσει στο χωράφι εξαρτάται από την εθνική διοίκηση. Εάν οι ευρωπαϊκοί έλεγχοι αντικατασταθούν από νέες εθνικές διαδικασίες, πρόσθετα δικαιολογητικά και διαφορετικές ψηφιακές υποχρεώσεις, το όφελος για τον παραγωγό θα περιοριστεί.

Η Κομισιόν συνδέει, τέλος, τη μείωση της γραφειοκρατίας με τη γενεακή ανανέωση της ευρωπαϊκής γεωργίας. Η είσοδος ενός νέου ανθρώπου στον πρωτογενή τομέα δεν εξαρτάται μόνο από το ύψος της ενίσχυσης ή την πρόσβαση στη γη. Εξαρτάται και από το εάν μπορεί να λειτουργήσει μέσα σε ένα σύστημα κατανοητό, προβλέψιμο και οικονομικά διαχειρίσιμο.

Το έγγραφο που έφθασε στο Agrocapital από την Ισπανία καταγράφει μια ουσιαστική αλλαγή κατεύθυνσης. Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί αναγνωρίζουν πλέον ότι ο ίδιος κανόνας δεν έχει το ίδιο βάρος για μια οικογενειακή εκμετάλλευση 50 στρεμμάτων και για μια οργανωμένη μονάδα χιλιάδων στρεμμάτων.

Η απαλλαγή από τους ελέγχους και τις κυρώσεις αιρεσιμότητας αποτελεί ένα συγκεκριμένο βήμα. Το επόμενο ανήκει στην ελληνική διοίκηση, η οποία οφείλει να διευκρινίσει πώς εφαρμόζεται η απαλλαγή στις δηλώσεις ενίσχυσης και εάν θα αξιοποιήσει τη δυνατότητα αύξησης του καθεστώτος μικρών γεωργών έως τις 3.000 ευρώ.

Η κατεύθυνση των Βρυξελλών είναι πλέον σαφής. Το βάρος περνά στην ελληνική διοίκηση, η οποία καλείται να αποσαφηνίσει πώς θα εφαρμοστεί η εξαίρεση από τους ελέγχους αιρεσιμότητας και αν θα αυξηθεί η στήριξη των μικρών γεωργών έως τις 3.000 ευρώ. Μέχρι να δοθούν συγκεκριμένες οδηγίες και χρονοδιάγραμμα, η ευρωπαϊκή απλούστευση παραμένει για τους Έλληνες παραγωγούς μια δυνατότητα που αναμένει να μετατραπεί σε πράξη.