Φυτοπροστασία: Η αγορά μικραίνει, η μάχη στο χωράφι μεγαλώνει

Η αγορά φυτοπροστασίας 2026 πέφτει 6% στην Ελλάδα, ενώ αγρότες σε ελιές και εσπεριδοειδή αναφέρουν δυσκολότερο έλεγχο προσβολών

Του Γ. Παπαδόπουλου

Η αγορά φυτοπροστασίας 2026 υποχωρεί για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά στην Ελλάδα. Μετά την πτώση άνω του 6% το 2025, στελέχη επιχειρήσεων και εμπορίας με τα οποία επικοινώνησε το Agrocapital εκτιμούν ότι οι πωλήσεις της νόμιμης αγοράς μειώθηκαν περίπου κατά 6% και στο πρώτο εξάμηνο του 2026. Οι πρώτες ενδείξεις από το δεύτερο εξάμηνο δεν δείχνουν ακόμη καθαρή ανάκαμψη.

Πίσω από τους αριθμούς βρίσκεται ένα δυσκολότερο πρόβλημα. Αγρότες κυρίως από ελαιοκαλλιέργειες, εσπεριδοειδή και άλλες δενδρώδεις καλλιέργειες ανέφεραν στο Agrocapital ότι ορισμένες ασθένειες και εντομολογικές προσβολές δεν αντιμετωπίζονται πλέον τόσο εύκολα. Οι επεμβάσεις επαναλαμβάνονται, το κόστος ανεβαίνει και αρκετοί παραγωγοί αναζητούν ισχυρότερα προγράμματα εκεί όπου ένας ψεκασμός δεν αρκεί.

Η πτώση φτάνει έως το χωράφι.Οι εκτιμήσεις για το 2025 και το πρώτο εξάμηνο του 2026 προέρχονται από την εικόνα πωλήσεων που παρακολουθούν επιχειρήσεις του κλάδου. Δεν αποτελούν ακόμη επίσημο τελικό απολογισμό. Η σύγκλισή τους, όμως, γύρω από νέα κάμψη της τάξης του 6% δείχνει ότι δεν πρόκειται μόνο για μια πρόσκαιρη διόρθωση αποθεμάτων.

Παράγοντες της αγοράς συνδέουν την υποχώρηση με τη χαμηλή ρευστότητα των εκμεταλλεύσεων, τις πιεσμένες τιμές αγροτικών προϊόντων, το αυξημένο κόστος και την αβεβαιότητα στις πληρωμές. Πολλοί παραγωγοί αγοράζουν αργότερα και μόνο όταν η επέμβαση θεωρείται αναπόφευκτη. Η προληπτική προστασία περιορίζεται και ο ψεκασμός μετατίθεται μέχρι να φανεί καθαρά η προσβολή.

Η οικονομία στην πρώτη επέμβαση μπορεί τελικά να οδηγήσει σε περισσότερους και ακριβότερους ψεκασμούς. Όταν η ασθένεια έχει εγκατασταθεί ή ο πληθυσμός ενός εντόμου έχει αυξηθεί, η αντιμετώπιση γίνεται δυσκολότερη, χωρίς να είναι βέβαιο ότι θα ανακτηθεί η ζημιά.

Την ίδια ώρα, η νόμιμη αγορά πιέζεται από τα παράνομα προϊόντα. Το Agrocapital έχει καταγράψει την εξάπλωση του παράνομου εμπορίου φυτοφαρμάκων, ενώ έρευνα του Reuters, με αναφορά σε στοιχεία του ΕΣΥΦ, ανέφερε ότι σε ορισμένες περιοχές της Ελλάδας το ποσοστό τους μπορεί να φθάνει το 25%. Το μέγεθος δεν αφορά το σύνολο της χώρας, αποτυπώνει όμως μια σοβαρή στρέβλωση με κινδύνους για τον χρήστη, τα υπολείμματα και την αξιοπιστία της παραγωγής.

Οι προσβολές που επιμένουν.Παραγωγοί ελιάς και εσπεριδοειδών περιγράφουν προσβολές που επιμένουν ή επανέρχονται μετά την εφαρμογή. Σε ορισμένες περιπτώσεις χρειάζεται δεύτερος ψεκασμός. Σε άλλες αλλάζει το σκεύασμα ή χρησιμοποιείται συνδυασμός προϊόντων, με πρόσθετο κόστος σε φάρμακο, καύσιμο, νερό και εργασία.

Οι ίδιοι αναγνωρίζουν ότι η εικόνα δεν δημιουργήθηκε μέσα σε μία χρονιά. Η αλόγιστη χρήση προηγούμενων ετών, η επανάληψη των ίδιων δραστικών, οι εφαρμογές σε λάθος χρόνο και η αντίληψη ότι μια μεγαλύτερη δόση θα δώσει καλύτερο αποτέλεσμα άσκησαν πίεση στους πληθυσμούς εντόμων και παθογόνων. Έτσι επιλέγονται και επιβιώνουν οι πιο ανθεκτικοί πληθυσμοί.

Η IRAC επισημαίνει ότι η συνεχής έκθεση εντόμων στον ίδιο τρόπο δράσης ενισχύει την πίεση επιλογής και συνιστά εναλλαγές διαφορετικών μηχανισμών. Αντίστοιχα, η FRAC αναφέρει ότι, όταν χρησιμοποιούνται μίγματα για τη διαχείριση μυκητολογικής ανθεκτικότητας, οι ουσίες πρέπει να έχουν διαφορετικό τρόπο δράσης και καθεμία να είναι αποτελεσματική απέναντι στην ασθένεια.

Οι αγρότες που μίλησαν στο Agrocapital ανέφεραν ότι αρκετές φορές αναγκάστηκαν να στραφούν σε ισχυρότερα προγράμματα ή σε μίξεις σκευασμάτων για να περιορίσουν μια προσβολή. Η αυθαίρετη μίξη, όμως, δεν αποτελεί λύση. Μπορεί να είναι αναποτελεσματική, να προκαλέσει φυτοτοξικότητα ή να επιβαρύνει τα υπολείμματα. Κάθε εφαρμογή πρέπει να ακολουθεί την έγκριση και την ετικέτα του προϊόντος, με καθοδήγηση γεωπόνου.

Η αποτυχία ενός ψεκασμού δεν αποδεικνύει πάντοτε ανθεκτικότητα. Λάθος χρόνος, ανεπαρκής κάλυψη, ακατάλληλος καιρός ή πολύ υψηλός πληθυσμός του εχθρού μπορούν επίσης να μειώσουν την αποτελεσματικότητα. Το ζητούμενο δεν είναι απλώς ισχυρότερο προϊόν, αλλά σωστή διάγνωση, κατάλληλος χρόνος και εναλλαγή τρόπων δράσης.

Λιγότερες δραστικές, περισσότερες παρεκκλίσεις.Η αντιμετώπιση γίνεται δυσκολότερη καθώς περιορίζεται η διαθέσιμη εργαλειοθήκη. Πριν από την ευρωπαϊκή επανεξέταση κυκλοφορούσαν σχεδόν 1.000 δραστικές ουσίες με εθνικές εγκρίσεις. Έγγραφο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατέγραφε 482 ουσίες το 2016. Σήμερα, σύμφωνα με αποτίμηση της CropLife Europe, οι εγκεκριμένες δραστικές στην ΕΕ είναι περίπου 421, κατά 89 λιγότερες από το 2019.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει αναγνωρίσει ότι αποσύρονται δραστικές ενώ εγκρίνονται λίγες νέες εναλλακτικές, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο ανθεκτικότητας και τα αιτήματα έκτακτων αδειών. Οι αποσύρσεις υπηρετούν την προστασία της υγείας και του περιβάλλοντος. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν συνοδεύονται εγκαίρως από ασφαλείς και αποτελεσματικές λύσεις για τις καλλιέργειες που μένουν εκτεθειμένες.

Το άρθρο 53 του ευρωπαϊκού κανονισμού επιτρέπει έκτακτες εγκρίσεις έως 120 ημέρες, όταν ένας σοβαρός κίνδυνος δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί διαφορετικά. Μόνο τον Αύγουστο του 2026 το ΥΠΑΑΤ έθεσε σε διαβούλευση αιτήματα για βαμβάκι, μηδική, φράουλα θερμοκηπίου και άλλες χρήσεις.

Παράλληλα, η διεθνής βιομηχανία επενδύει στη βιολογική φυτοπροστασία. Η BASF απέκτησε την AgBiTech, ενώ η Suterra αγόρασε το χαρτοφυλάκιο της Vestaron. Οι νέες λύσεις, όμως, χρειάζονται δοκιμές στις ελληνικές συνθήκες και τεχνική υποστήριξη. Μέχρι να φθάσουν σε όλες τις καλλιέργειες, ο παραγωγός κινδυνεύει να μείνει με λιγότερα εργαλεία απέναντι σε δυσκολότερες προσβολές.