Τα κράτη-μέλη συμφώνησαν σε κοινή θέση για τα υπολείμματα ουσιών που έχουν απαγορευτεί στην ευρωπαϊκή γεωργία
Σε αυστηρότερους κανόνες για τα υπολείμματα φυτοφαρμάκων στα αγροτικά προϊόντα που εισάγονται από τρίτες χώρες προσανατολίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα κράτη-μέλη συμφώνησαν σε κοινή θέση για ουσίες των οποίων η χρήση έχει απαγορευτεί εντός της ΕΕ λόγω κινδύνων για την ανθρώπινη υγεία ή το περιβάλλον, ανοίγοντας τον δρόμο για τις διαπραγματεύσεις σχετικά με την οριστική μορφή των μέτρων.
Για τις πλέον επικίνδυνες δραστικές ουσίες, η πρόταση προβλέπει τη μείωση των ανώτατων ορίων υπολειμμάτων, γνωστών ως MRLs, στο λεγόμενο «τεχνικό μηδέν» — δηλαδή στο χαμηλότερο επίπεδο που μπορεί να ανιχνεύσει ένα εργαστήριο. Πριν από την εφαρμογή τέτοιων ορίων θα πρέπει να προηγείται αξιολόγηση των πιθανών συνεπειών.
Τα κράτη-μέλη προτείνουν επίσης να διευρυνθεί ο κατάλογος των ουσιών που θα καλύπτονται από τις νέες απαιτήσεις. Εκτός από τα φυτοφάρμακα που θεωρούνται ιδιαίτερα επικίνδυνα για την ανθρώπινη υγεία, θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν και ουσίες που προκαλούν μη αποδεκτούς κινδύνους για τις μέλισσες ή τα υπόγεια ύδατα.
Επιπτώσεις για τους εξαγωγείς
Οι αλλαγές ενδέχεται να οδηγήσουν σε αυστηρότερους ελέγχους των καλλιεργητικών πρακτικών, της χρήσης φυτοπροστατευτικών προϊόντων και των υπολειμμάτων στα προϊόντα που προορίζονται για την ευρωπαϊκή αγορά. Για τους εξαγωγείς, η συμμόρφωση με τα ευρωπαϊκά όρια και η δυνατότητα ιχνηλάτησης των προϊόντων φυτοπροστασίας αναμένεται να αποκτήσουν ακόμη μεγαλύτερη σημασία.
Το ζήτημα αφορά και την Ουκρανία, η οποία εξάγει σημαντικές ποσότητες σιτηρών, ελαιούχων σπόρων και άλλων αγροτικών προϊόντων στην ΕΕ. Η προσαρμογή των παραγωγών και των εξαγωγικών αλυσίδων στους ευρωπαϊκούς κανόνες θα είναι καθοριστική για τη διατήρηση της πρόσβασης στην αγορά.
Για προϊόντα που έχουν ήδη παραχθεί σύμφωνα με τα προηγούμενα όρια, εξετάζεται μεταβατική περίοδος, ώστε να περιοριστούν οι απώλειες από τη μείωση των MRLs. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει εκτιμήσει ότι η αυστηροποίηση των κανόνων μπορεί να περιορίσει ορισμένες εισαγωγές και να στηρίξει την παραγωγή εντός της ΕΕ. Το εύρος των επιπτώσεων, ωστόσο, θα εξαρτηθεί από το πόσο γρήγορα θα μπορέσουν οι προμηθευτές τρίτων χωρών να προσαρμόσουν τις πρακτικές τους.