Τα υψηλά παγκόσμια αποθέματα και η πίεση στις τιμές παραγωγού διατηρούν τις ανησυχίες στην ελληνική ύπαιθρο
Η διεθνής αγορά σκληρού σίτου επιχειρεί να αλλάξει κατεύθυνση, καθώς οι ανοδικές πιέσεις από τον Καναδά παρασύρουν θετικά τις τιμές στην Ευρώπη. Στην Ιταλία, μετά από μια μακρά περίοδο στασιμότητας έξι εβδομάδων, η Ενιαία Εθνική Επιτροπή (Cun) προχώρησε στα τέλη Αυγούστου στην πρώτη αναθεώρηση του επίσημου τιμοκαταλόγου της με αυξήσεις από 3 έως 7 ευρώ ανά τόνο στις περισσότερες ποιότητες. Παρότι τα επίπεδα τιμών παραμένουν συνολικά χαμηλά για τα κόστη των παραγωγών, η κίνηση αυτή τερμάτισε το τέλμα που επικρατούσε από τα μέσα Ιουλίου, ενώ παρόμοια ήπια άνοδο κατέγραψαν και τα εισαγόμενα κοινοτικά σιτηρά στο χρηματιστήριο εμπορευμάτων του Μιλάνου.
Κινητήριος μοχλός της ανόδου αποτελεί η έντονη αβεβαιότητα στον Καναδά για τις τελικές αποδόσεις και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της φετινής σοδειάς CWAD. Στο Τορόντο, οι τιμές FOB για παραδόσεις από τα λιμάνια του Ατλαντικού εκτινάχθηκαν στα 322 δολάρια/τόνο (περίπου 276–278 ευρώ/τόνο), σημειώνοντας άνοδο 10 δολαρίων μέσα σε μία μόλις εβδομάδα. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Northern Durum διατηρήθηκε στα 300 δολάρια/τόνο, με τις διακυμάνσεις σε όρους ευρώ να υπαγορεύονται κυρίως από τη συναλλαγματική ισοτιμία. Παρ' όλα αυτά, το περιθώριο για ένα μακροχρόνιο ράλι περιορίζεται από το «βουνό» των παγκόσμιων αποθεμάτων —τα οποία καταγράφονται αυξημένα άνω του 20% σε σχέση με το ξεκίνημα της περασμένης σεζόν— καθώς και από την αυξημένη παραγωγή χωρών όπως η Τουρκία και κράτη της Βόρειας Αφρικής.
Η διεθνής αυτή μεταστροφή παρακολουθείται στενά και από την ελληνική αγορά, η οποία μέχρι στιγμής κινείται σε εξαιρετικά υποτονικούς ρυθμούς. Στην Ελλάδα, οι αλωνισμοί ολοκληρώθηκαν με ανομοιογένεια, καθώς οι υψηλές θερμοκρασίες της άνοιξης και του καλοκαιριού περιόρισαν τις στρεμματικές αποδόσεις σε αρκετές περιοχές της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας, παρότι τα ποιοτικά standards (πρωτεΐνη, ειδικό βάρος) διατηρήθηκαν σε ικανοποιητικά επίπεδα. Ωστόσο, το εμπορικό ενδιαφέρον παραμένει συγκρατημένο, με τις τιμές αποθήκης παραγωγού να δυσκολεύονται να ξεκολλήσουν από τα χαμηλά επίπεδα των τελευταίων μηνών.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι Έλληνες παραγωγοί βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα δυσανάλογα υψηλό κόστος καλλιέργειας (καύσιμα, λιπάσματα, ενέργεια) που δεν καλύπτεται από τις τρέχουσες εγχώριες προσφορές, επιλέγοντας συχνά την αποθήκευση της παραγωγής εν αναμονή καλύτερων όρων. Η ανοδική στροφή της καναδικής αγοράς και το πρώτο «πρασίνισμα» των τιμών στα ιταλικά κέντρα δημιουργούν ελπίδες για βελτίωση της ζήτησης προς τα ελληνικά λιμάνια το φθινόπωρο. Το κατά πόσο αυτό θα μεταφραστεί σε ουσιαστικό όφελος για την εγχώρια παραγωγή θα κριθεί από την ισορροπία ανάμεσα στις ευρωπαϊκές ανάγκες και τον ανταγωνισμό από τα φθηνά φορτία της Μαύρης Θάλασσας.