Η ελληνική ρίγανη αποκτά γενετική ταυτότητα, η ποικιλία Αρέθουσα ανοίγει τον δρόμο για μια νέα αγορά βοτάνων υψηλής αξίας

Για δεκαετίες η ελληνική ρίγανη ταξίδευε στις διεθνείς αγορές κυρίως ως φήμη και λιγότερο ως ταυτότητα. Ένα προϊόν αναγνωρίσιμο, αλλά χωρίς πάντα σαφή γενετική και ποιοτική πιστοποίηση. Η ποικιλία «Αρέθουσα», η πρώτη βοτανικά και χημειοτυπικά εγγυημένη ελληνική ποικιλία ρίγανης, φιλοδοξεί να αλλάξει αυτή την ισορροπία. Εγγεγραμμένη στον Εθνικό Κατάλογο Ποικιλιών Καλλιεργούμενων Φυτών του ΥΠΑΑΤ και καταχωρημένη στο Community Plant Variety Office της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποτελεί ένα νέο σημείο αναφοράς για τον κλάδο των Φαρμακευτικών και Αρωματικών Φυτών, ανοίγοντας τη συζήτηση για το πώς η ελληνική βιοποικιλότητα μπορεί να μετατραπεί από απλή πρώτη ύλη σε κατοχυρωμένο και υψηλής αξίας αγροδιατροφικό προϊόν.

Η συνέντευξη δόθηκε στο Agrocapital από την  Φάλια Οικονόμου Ομότιμη Καθηγήτρια του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών και ερευνήτρια του Ινστιτούτου Μελέτης και Προώθησης Φαρμακευτικών και Αρωματικών Φυτών του Πανεπιστημιακού Κέντρου Έρευνας και Τεχνολογίας του ΓΠΑ, η οποία συμμετείχε στην ερευνητική ομάδα που μελέτησε την ποικιλία.

  -Η «Αρέθουσα» είναι η πρώτη εγγυημένη βοτανικά και χημειοτυπικά ελληνική ποικιλία ρίγανης. Ποιο στρατηγικό έλλειμμα της ελληνικής παραγωγής έρχεται να καλύψει και γιατί η πιστοποίηση ήταν αναγκαίο βήμα.

Η «Αρέθουσα» καλύπτει ένα κρίσιμο διαρθρωτικό κενό της ελληνικής παραγωγής Φαρμακευτικών και Αρωματικών Φυτών, δηλαδή την απουσία πιστοποιημένου πολλαπλασιαστικού υλικού. Παρότι τα ελληνικά βότανα έχουν ισχυρή φήμη, η έλλειψη θεσμικά κατοχυρωμένης και ποιοτικά τεκμηριωμένης πρώτης ύλης περιόριζε έως σήμερα τη δυνατότητα δημιουργίας σταθερής υπεραξίας.

Η εγγραφή της ποικιλίας στον Εθνικό Κατάλογο Ποικιλιών Καλλιεργούμενων Φυτών του ΥΠΑΑΤ, η καταχώρισή της στο CPVO με τον κωδικό Α202303129 και η διαδικασία κατοχύρωσης δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας δημιουργούν πλέον το αναγκαίο θεσμικό υπόβαθρο. Η πιστοποίηση ήταν αναγκαίο βήμα, επειδή ανοίγει τον δρόμο για ένα σύστημα ελέγχου, ιχνηλασιμότητας και τυποποίησης που μπορεί να προσδώσει προστιθέμενη αξία στα ελληνικά ΦΑΦ.

  -Σε επίπεδο γενετικής σταθερότητας και χημειοτυπικής ταυτότητας, τι διαφοροποιεί την «Αρέθουσα» από το άτυπο πολλαπλασιαστικό υλικό που κυκλοφορεί σήμερα στην αγορά.

Η «Αρέθουσα» διαφοροποιείται από το άτυπο πολλαπλασιαστικό υλικό επειδή παρουσιάζει σταθερότητα στα ποιοτικά και παραγωγικά της χαρακτηριστικά. Η ερευνητική της παρακολούθηση ξεκίνησε το 2008 και έδειξε ότι η ποικιλία διατηρεί υψηλή προσαρμοστικότητα σε διαφορετικά περιβάλλοντα.

Συγκεκριμένα, από το δεύτερο έτος καλλιέργειας αποδίδει αιθέριο έλαιο άνω του 10 τοις εκατό, ενώ η περιεκτικότητα του κύριου δραστικού της συστατικού, της καρβακρόλης, καταγράφεται σε επίπεδα άνω του 87 τοις εκατό κατά μέσο όρο. Αυτή η σταθερότητα είναι που τη διακρίνει και τεκμηριώνει τη θέση της ως επίσημα καταχωρημένη ποικιλία.

  Η εγγραφή στον Εθνικό Κατάλογο και στο CPVO δημιουργεί ένα νέο θεσμικό πλαίσιο. Πόσο κρίσιμη είναι η κατοχύρωση διανοητικής ιδιοκτησίας για την αναβάθμιση των Φαρμακευτικών και Αρωματικών Φυτών σε προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας.

Η κατοχύρωση διανοητικής ιδιοκτησίας είναι κομβικής σημασίας, επειδή μετατρέπει μια ποικιλία από απλή φυτική πρώτη ύλη σε οικονομικό και εμπορικό περιουσιακό στοιχείο. Προστατεύει την καινοτομία, δίνει δυνατότητα αδειοδότησης και δημιουργεί κίνητρα για περαιτέρω έρευνα και φυτική βελτίωση.

Για τα ΦΑΦ αυτό έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, επειδή η αξία τους εξαρτάται από τη γενετική ταυτότητα, τη χημειοτυπική σταθερότητα και την ιχνηλασιμότητα. Παράλληλα, ενισχύει τη δυνατότητα τυποποίησης, στηρίζει τη συμβολαιακή γεωργία, διευκολύνει την είσοδο σε αγορές φαρμακευτικών, καλλυντικών και φυσικών προϊόντων και δημιουργεί ένα σαφές ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για τη χώρα.

  -Μπορεί η «Αρέθουσα» να αποτελέσει πρότυπο για τη δημιουργία εθνικού χαρτοφυλακίου πιστοποιημένων ελληνικών ποικιλιών στα ΦΑΦ. Υπάρχει μακροπρόθεσμος σχεδιασμός προς αυτή την κατεύθυνση.

Η «Αρέθουσα» αποτελεί ήδη πρότυπο αναφοράς για την εγγραφή και άλλων ελληνικών ποικιλιών Φαρμακευτικών και Αρωματικών Φυτών. Τα πρωτόκολλα που αναπτύχθηκαν για την αξιολόγηση των βοτανικών, μορφολογικών και χημειοτυπικών χαρακτηριστικών της μπορούν να αξιοποιηθούν και σε άλλα είδη, με τις αναγκαίες προσαρμογές.

Η ποικιλία διατηρείται σε μητρική φυτεία αναφοράς για συγκριτική αξιολόγηση νέων αιτημάτων, ενώ ήδη προχωρά η προετοιμασία για την αξιολόγηση πληθυσμού τσάι του βουνού Πάρνωνα, Sideritis cladestina, με στόχο την εγγραφή του στον Εθνικό Κατάλογο. Αυτό δείχνει ότι υπάρχει σαφής προοπτική για τη δημιουργία ενός ευρύτερου εθνικού χαρτοφυλακίου.

  -Ποια είναι τα ποιοτικά και εμπορικά χαρακτηριστικά της ποικιλίας που μπορούν να στηρίξουν μια συγκροτημένη εξαγωγική στρατηγική με σαφή ελληνική ταυτότητα.

Η ποικιλία συνδυάζει υψηλή απόδοση, σταθερότητα ποιότητας και προσαρμοστικότητα, στοιχεία που μπορούν να στηρίξουν μια σοβαρή εξαγωγική στρατηγική. Πρόκειται για ελληνική ρίγανη με προέλευση από την Ικαρία, η οποία από το δεύτερο έτος δίνει απόδοση αιθέριου ελαίου κοντά στο 8 τοις εκατό, ενώ η καρβακρόλη υπερβαίνει το 85 τοις εκατό.

Μετά το τρίτο έτος, η απόδοση σε αιθέριο έλαιο ξεπερνά το 10 τοις εκατό και η καρβακρόλη προσεγγίζει το 90 τοις εκατό. Αυτά τα χαρακτηριστικά της επιτρέπουν να τοποθετηθεί ως τυποποιημένη πρώτη ύλη υψηλών προδιαγραφών, με σαφή ελληνική ταυτότητα και δυνατότητα διείσδυσης σε απαιτητικές αγορές.

  -Με δεδομένη την κλιματική μεταβλητότητα, πώς αξιολογείται η προσαρμοστικότητα και η αποδοτικότητα της «Αρέθουσας» σε διαφορετικές εδαφοκλιματικές ζώνες της χώρας.

Η «Αρέθουσα» έχει δείξει πολύ υψηλή προσαρμοστικότητα σε διαφορετικές εδαφοκλιματικές συνθήκες. Έχει δοκιμαστεί ερευνητικά στην Ικαρία, στα Σπάτα, στη Μήλο, στην Κωπαΐδα και στην Αριδαία, σε περιβάλλοντα που εκτείνονται από έντονα ξηροθερμικά έως έντονα ψυχρά, ακόμη και με παρατεταμένο παγετό.

Σε όλες τις περιπτώσεις επέδειξε ανθεκτικότητα και σταθερότητα, χωρίς ουσιαστική επίδραση στα ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά της. Αυτό την καθιστά ιδιαίτερα αξιόπιστη επιλογή για ανάπτυξη της καλλιέργειας σε διαφορετικές περιοχές της χώρας.

  -Πώς διασφαλίζεται στην πράξη η ποιότητα, η ιχνηλασιμότητα και ο έλεγχος του πολλαπλασιαστικού υλικού, ώστε να προστατευθεί η αξιοπιστία της ποικιλίας στην αγορά.

Η προστασία της αξιοπιστίας της ποικιλίας βασίζεται στη δημιουργία εγγυημένης μητρικής φυτείας και στην εφαρμογή αυστηρών προδιαγραφών παραγωγής πολλαπλασιαστικού υλικού. Το υλικό πρέπει να είναι βοτανικά και χημειοτυπικά ταυτοποιημένο, ώστε να διατηρούνται σταθερά τα επιθυμητά χαρακτηριστικά της ποικιλίας.

Η διαδικασία περιλαμβάνει ορθή διατήρηση του γενετικού υλικού, ελέγχους ομοιομορφίας στη μητρική φυτεία, σαφείς απαιτήσεις για τα φυτώρια, αγενή πολλαπλασιασμό μέσω ριζοβολίας μοσχευμάτων, τήρηση φυτοϋγειονομικών προδιαγραφών και πλήρη ιχνηλασιμότητα σε όλα τα στάδια παραγωγής.

  -Αν η ελληνική ρίγανη είναι ήδη διεθνώς αναγνωρίσιμη, τι αλλάζει ουσιαστικά με την «Αρέθουσα» σε επίπεδο διαπραγματευτικής ισχύος του παραγωγού και positioning της χώρας στις διεθνείς αγορές.

Με την «Αρέθουσα» η ελληνική ρίγανη περνά από τη γενική φήμη προϊόντος σε μια συγκεκριμένη και κατοχυρωμένη γενετική ταυτότητα. Αυτό σημαίνει ότι το προϊόν δεν πωλείται πλέον μόνο ως γενική ελληνική ρίγανη, αλλά ως αναγνωρίσιμη ποικιλία με σταθερά χαρακτηριστικά και σαφές χημικό προφίλ.

Αυτό ενισχύει τη διαπραγματευτική θέση του παραγωγού, επειδή του επιτρέπει να διαθέτει ένα διαφοροποιημένο και τεκμηριωμένο προϊόν, να συμμετέχει σε συμβολαιακές καλλιέργειες και να επιδιώκει premium τιμή. Ταυτόχρονα, ενισχύει το positioning της χώρας, καθώς η Ελλάδα μπορεί να εμφανιστεί όχι μόνο ως προμηθευτής χύμα βοτάνων, αλλά ως παραγωγός κατοχυρωμένων, επώνυμων και υψηλών προδιαγραφών φυτικών προϊόντων.

 

 

 

Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις