Όταν ο λύκος γίνεται σύμβουλος βιωσιμότητας και τα πρόβατα πελάτες υψηλού ρίσκου

Σήμερα θα διηγηθούμε ένα παραμύθι που αξίζει να το αφηγηθούμε στα παιδιά μας. Όχι γιατί μιλά για δράκους ή κάστρα, αλλά γιατί μέσα του κρύβεται κάτι πιο σπάνιο. Την αλήθεια που φοράει μάσκα, για να αντέχεται, και την ειρωνεία που γίνεται σωσίβιο, όταν η λογική ξεμένει από αέρα.

Το παρόν κείμενο είναι προϊόν μυθοπλασίας. Όλες οι ονομασίες, θεσμοί και πρόσωπα είναι φανταστικά. Αν και σε αυτή τη χώρα, η φαντασία ενίοτε προηγείται της πολιτικής απόφασης. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα, οργανισμούς ή πρακτικές είναι τυχαία. Ή και όχι. Άλλωστε, η τύχη δεν κάνει διασταυρωτικούς ελέγχους.

Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια χώρα με ήλιο που χρυσίζει τις πέτρες και με βουνά που ξέρουν να κρατούν μυστικά, υπήρχε ένας κάμπος και γύρω του κοπάδια. Πρόβατα πολλά. Όχι από εκείνα τα παραμυθένια, τα αφράτα που τα ζωγραφίζουν στα βιβλία. Ήταν πρόβατα δουλευταρά, με μάτια που είχαν δει χειμώνες, με χέρια, ναι χέρια, γιατί αυτά τα πρόβατα άρμεγαν, τάιζαν, καθάριζαν, ξενυχτούσαν. Και κάπου εκεί, ανάμεσα στις στάνες και στα σύρματα, ζούσε κι ένας λύκος.

Μη βιαστείτε να τον φοβηθείτε. Αυτός ο λύκος δεν ήταν σαν τους άλλους. Είχε ένα ελάττωμα που για λύκο θεωρείται επικίνδυνο, είχε λογική. Και κάτι ακόμα χειρότερο, είχε πείνα που ήξερε να μετράει το αύριο. Δεν κυνηγούσε από κακία, κυνηγούσε από ανάγκη. Κι η ανάγκη, όπως ξέρουν όλα τα ζώα και οι άνθρωποι, δεν έχει ιδεολογία. Ο λύκος λοιπόν κοίταζε τα πρόβατα και σκεφτόταν, αν χαθούν, εγώ τι θα φάω. Όχι σήμερα. Σε λίγο. Όταν τελειώσει το παραμύθι και μείνει μόνο η πραγματικότητα.

Και τότε ήρθε η Αεροβλογιά.

Δεν ήταν σαν τις άλλες αρρώστιες, που κάνουν θόρυβο και πέφτουν κάτω σαν κεραυνός. Η Αεροβλογιά ήταν ύπουλη, σαν κουβέντα που φεύγει από στόμα σε στόμα. Μια μέρα άρχισαν να λένε, δεν βγαίνουν έξω τα ζώα, δεν πάει κανείς για βοσκή, κλείστε τις πόρτες, κλειδώστε τα πορτάκια, μη φυσήξει τίποτα και σας πάρει το κοπάδι. Και κάθε μέρα η φωνή γινόταν πιο σοβαρή, μέχρι που η σοβαρότητα έγινε υποχρέωση.

Τα πρόβατα έκλεισαν μέσα. Όχι από επιλογή, από διαταγή του φόβου. Η απαγόρευση της βόσκησης έπεσε σαν πέπλο πάνω στα λιβάδια, και τα λιβάδια, που ήταν φτιαγμένα για να πατούν πάνω τους πόδια, έμειναν άδεια σαν υπόσχεση που δεν εκπληρώθηκε. Κι εκεί που τα ζώα θα έβρισκαν χορτάρι, τώρα έβρισκαν πόρτες. Κι εκεί που η φύση θα έδινε τροφή, τώρα έδινε σιωπή.

Όταν κλείνεις ένα κοπάδι μέσα, δεν σταματάς απλώς την κίνηση. Σταματάς την οικονομία του. Γιατί το κοπάδι δεν τρέφεται με διατάγματα, τρέφεται με ζωοτροφές. Και οι ζωοτροφές, εκείνη τη χρονιά, αποφάσισαν να αποκτήσουν προσωπικότητα. Ανέβηκαν. Πιο ψηλά. Πιο απότομα. Πιο αδιάφορα. Έγιναν σαν λογαριασμοί που έρχονται χωρίς να ρωτήσουν αν έχεις.

Τα πρόβατα τότε άρχισαν να μετράνε σακιά. Πόσα έχουν, πόσα τους μένουν, πόσα θα χρειαστούν μέχρι να ξαναβγούν έξω, αν ξαναβγούν. Κι όσοι έχασαν ζώα, δεν έχασαν μόνο ζώα. Έχασαν το κεφάλαιο, το αύριο, την αξιοπρέπεια της συνέχειας. Γιατί όταν το κοπάδι θανατώνεται, δεν πεθαίνει μόνο το ζώο, πεθαίνει ο ρυθμός μιας οικογένειας.

Έτσι, τα πρόβατα πήγαν στον λύκο. Όχι γιατί τον εμπιστεύονταν. Αλλά γιατί στο παραμύθι, όπως και στη ζωή, πας σε όποιον κρατάει το κλειδί, ακόμα κι αν είναι δόντι.

Ο λύκος τους άκουσε. Έγνεψε με τρόπο που έμοιαζε με κατανόηση. Και είπε, θα σας σώσω. Όχι γιατί σας αγαπάω. Μη γελιόμαστε. Θα σας σώσω γιατί αν χαθείτε, θα μείνω νηστικός. Και η πείνα δεν συγχωρεί ούτε την αφέλεια ούτε τα μυαλά που κουβαλούσαν όσοι αποφάσισαν πως ένα κοπάδι μπορεί να ζήσει με σφραγίδες.

Τα πρόβατα έμειναν να κοιτάζονται. Κάποια γέλασαν πικρά. Κάποια είπαν, τουλάχιστον αυτός είναι ειλικρινής. Κι όταν δεν βρίσκεις δικαιοσύνη, αρχίζεις να εκτιμάς την ειλικρίνεια, σαν τελευταίο νόμισμα.

Ο λύκος τότε έβγαλε έναν πάπυρο, όχι σαν τους παλιούς που έγραφαν μύθους, αλλά σαν εκείνους που γράφουν αναμονές. Πάνω του δεν είχε σχέδιο, είχε λέξεις. Θα φτιάξουμε μια Επιτροπή των Λιβαδιών, θα δούμε, θα εξετάσουμε, θα σχεδιάσουμε την ανασύσταση. Τα πρόβατα ρώτησαν, πότε. Ο λύκος είπε, σύντομα. Στο παραμύθι το σύντομα είναι πάντα βολικό, γιατί δεν έχει ημερολόγιο.

Πέρασαν μήνες. Οι στάβλοι που χάθηκαν, από αρρώστια, από καιρό, από κακοτυχία, από εκείνες τις καταστροφές που η ζωή τις ονομάζει γεγονός και η διοίκηση τις ονομάζει φάκελο, έμεναν μισοί. Σκελετοί από ξύλα και τσίγκους. Τα πρόβατα περίμεναν ένα καθαρό σχέδιο, ένα σαφές χρονοδιάγραμμα, μια κουβέντα που να δένει όπως δένει ένα σκοινί. Αλλά έπαιρναν χαρτιά που έμοιαζαν με σύννεφα.

Και τότε εμφανίστηκε ο δεύτερος ήρωας του παραμυθιού. Ήταν ένας χαρακτήρας με προβιά λύκου. Ή, για να είμαστε ακριβείς, ήταν κάποιος που φορούσε τη στολή του λύκου, αλλά δεν είχε τα δόντια του. Είχε κάτι άλλο, είχε την υπογραφή.

Ήρθε με χαμόγελο που έλαμπε σαν καινούργιο νόμισμα. Κρατούσε μια σακούλα με τροφή και μια σακούλα με χρήματα. Και είπε στα πρόβατα, μην ανησυχείτε. Θα σας βοηθήσω να ξαναφτιάξετε τους στάβλους που χάθηκαν. Θα σας δώσω να φάτε, θα σας δώσω και να χτίσετε. Αρκεί να υπογράψετε.

Τα πρόβατα ρώτησαν, τι να υπογράψουμε. Εκείνος είπε, ένα μικρό παραμύθι μέσα στο παραμύθι. Λέγεται Δάνειο. Είναι σαν βοήθεια, αλλά με μνήμη. Δεν ξεχνάει ποτέ. Τα πρόβατα ένιωσαν ένα παλιό τσίμπημα στην πλάτη. Ήταν η ανάμνηση των κόκκινων δανείων. Εκείνων των χρόνων που υποσχέσεις έγιναν χρέη, και τα χρέη έγιναν σκιά που σε ακολουθεί ακόμα κι όταν αλλάζουν οι εποχές.

Ο χαρακτήρας με την προβιά λύκου επέμενε. Έλεγε, είναι η σύγχρονη λύση, είναι υπεύθυνη, είναι εργαλείο, δεν γίνεται αλλιώς. Και το έλεγε τόσο ήρεμα, που σχεδόν σε έκανε να ντρέπεσαι που πονάς. Σαν να σου λέει, αν δεν αντέχεις το χρέος, φταις εσύ που είσαι αδύναμος, όχι το σύστημα που σου το προτείνει σαν σωτηρία.

Ο λύκος, ο αληθινός, τα άκουγε όλα αυτά και κάτι μέσα του γρύλιζε. Όχι από θυμό για τα πρόβατα. Από θυμό για το σχέδιο που έμοιαζε να φτιάχτηκε από μυαλά που κουβαλούσαν μόνο την άνεση της απόστασης. Γιατί ο λύκος ήξερε πως όταν τα πρόβατα μπλέκουν με τέτοια χαρτιά, στο τέλος δεν σώζονται. Απλώς αλλάζει ο τρόπος που χάνονται.

Κι εκεί, στο κέντρο του κάμπου, τα πρόβατα θυμήθηκαν κάτι που τα πίκραινε περισσότερο από την Αεροβλογιά. Θυμήθηκαν τις άλλες ιστορίες. Εκείνες που κάποιοι άλλοι κλάδοι είχαν πάρει μικρές ενισχύσεις, κάτι de minimis που έπεσαν σαν ψίχουλα αλλά τουλάχιστον ήταν ψίχουλα. Θυμήθηκαν πως σε κάποιες περιοχές, μετά από μια μεγάλη κακοκαιρία που την έλεγαν Daniel, άνοιξαν σακούλες, έτρεξαν διαδικασίες, βρέθηκαν γρήγορα δρόμοι. Θυμήθηκαν κι άλλους που πήραν βοήθεια για ροδάκινα, για καρπούς που δεν είχαν φωνή αλλά είχαν πολιτικό βάρος. Και αναρωτήθηκαν, εμείς γιατί παίρνουμε δάνειο αντί για στήριξη.

Ο χαρακτήρας με την προβιά λύκου έκανε πως δεν ακούει τη λέξη ανισότητα. Η ανισότητα, άλλωστε, δεν γράφεται εύκολα σε συμβάσεις. Ο λύκος όμως πλησίασε τα πρόβατα και τους είπε, ακούστε. Αν θέλετε να σωθεί το κοπάδι, χρειάζεστε κάτι που να μην χρωστάει. Χρειάζεστε στοχευμένες επιδοτήσεις, χρειάζεστε αποζημιώσεις με ημερομηνία, χρειάζεστε σχέδιο που να λέει πότε θα γίνει τι, όχι απλώς τι θα θέλαμε να γίνει. Και πάνω από όλα χρειάζεστε να μη σας ταΐζουν αερολογία και να τη βαφτίζουν Αεροβλογιά.

Τα πρόβατα τον κοίταξαν σαν να τους μίλησε για έναν κόσμο όπου οι υποσχέσεις έχουν παραστατικά. Ένα πρόβατο, το πιο παλιό, είπε, ωραία τα λες λύκε, αλλά εσύ είσαι λύκος. Ο λύκος χαμογέλασε, και για πρώτη φορά φάνηκαν τα δόντια του, όχι σαν απειλή, σαν υπενθύμιση. Εγώ τουλάχιστον ξέρω τι είμαι. Εσείς ξέρετε ποιοι είναι αυτοί που φοράνε προβιές, και σας ζητάνε να τους ευχαριστήσετε κι από πάνω.

Και κάπως έτσι, στο παραμύθι μας, λύκοι και βοσκοί έγιναν ένα. Όχι από αγάπη. Από επιβίωση. Γιατί υπήρχαν κι άλλοι λύκοι, εκείνοι που φορούσαν προβιές, και ήθελαν να εξαφανίσουν τα κοπάδια όχι για να μην αρρωστήσουν, αλλά για να μείνει η ύπαιθρος άδεια, ήσυχη, βολική. Να μη μιλάει. Να μην ζητάει. Να μην θυμάται.

Το παραμύθι δεν τελειώνει με πανηγύρι. Τελειώνει με ένα κατώφλι. Τα πρόβατα στέκονται μπροστά σε δύο δρόμους. Ο ένας δρόμος έχει χαρτιά, δόσεις, υπογραφές και την παλιά γνώριμη γεύση του χρέους. Ο άλλος έχει σχέδιο, δικαιοσύνη στη διανομή, και το δύσκολο βάρος της πολιτικής απόφασης που πρέπει να σταθεί όρθια χωρίς να κρυφτεί πίσω από μια σύμβαση.

Και πριν πούμε το κλασικό, και ζήσανε αυτοί καλά, το παραμύθι αφήνει ένα ερώτημα που δεν είναι για παιδιά. Είναι για όλους τους μεγάλους που αποφασίζουν. Όταν ένα κοπάδι ζητάει καθαρή βοήθεια για να σταθεί ξανά στα πόδια του, ποιος ακριβώς σώζεται με το δάνειο, τα πρόβατα, ή εκείνοι που φορούν την προβιά του λύκου και μετρούν την πείνα τους σε τόκους.

Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις