Του Λουκάτου .Ν
Μια αγροτική αλληγορία για όσους ανεβαίνουν πρώτοι στο κατάστρωμα, αλλά εγκαταλείπουν το καράβι μόλις το νερό φτάσει στα πόδια τους
Το παρόν κείμενο είναι προϊόν μυθοπλασίας. Όλες οι ονομασίες, οι θεσμοί και τα πρόσωπα είναι φανταστικά. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά γεγονότα ή πρόσωπα είναι απολύτως τυχαία. Αν και, σε αυτή τη χώρα, η φαντασία ενίοτε προηγείται της πραγματικότητας και η πραγματικότητα σπεύδει συνήθως να την προλάβει.
Στην άκρη ενός μεγάλου κάμπου κυλούσε ένα ποτάμι που οδηγούσε στη θάλασσα. Ήταν ένα ποτάμι παλιό και υπομονετικό. Είχε δει γενιές ανθρώπων να σπέρνουν, να θερίζουν, να γερνούν και να παραδίδουν τη γη στα παιδιά τους. Δεν μιλούσε ποτέ, όπως δεν μιλούν τα πράγματα που γνωρίζουν πολλά. Μόνο κυλούσε.
Κάθε χρόνο, όταν τελείωνε ο θερισμός, οι αγρότες φόρτωναν τη σοδειά τους σε ένα παλιό καράβι. Μαζί με τα σακιά ανέβαιναν στο κατάστρωμα και άλλα, βαρύτερα φορτία, που δεν καταγράφονταν σε κανένα τεφτέρι. Τα έξοδα της χρονιάς, τα χρέη στην τράπεζα, οι λογαριασμοί του ρεύματος, οι σπουδές των παιδιών και εκείνη η μικρή ελπίδα πως ο επόμενος χειμώνας θα ήταν λιγότερο σκληρός.
Το καράβι δεν ήταν όμορφο. Τα ξύλα του είχαν ποτίσει αλάτι και τα πανιά του ήταν μπαλωμένα τόσες φορές, ώστε κανείς δεν θυμόταν το αρχικό τους χρώμα. Ωστόσο, ταξίδευε ακόμη. Όχι επειδή ήταν γερό, αλλά επειδή οι άνθρωποι που το δούλευαν γνώριζαν πού έμπαζε νερά.
Τα τελευταία χρόνια, όμως, οι θάλασσες είχαν αγριέψει. Το νερό στον κάμπο κόστιζε περισσότερο, τα λιπάσματα βάραιναν στους λογαριασμούς περισσότερο απ’ όσο το σιτάρι στις αποθήκες και οι τιμές των προϊόντων έπεφταν προτού ακόμη αρχίσει ο θερισμός. Άλλοτε η ξηρασία έκαιγε τη γη και άλλοτε το χαλάζι θέριζε πριν από τους ανθρώπους.
«Το καράβι γέρασε», είπε ένα απόγευμα ένας νέος αγρότης.
Ο γηραιότερος του χωριού κοίταξε τα μπαλωμένα πλευρά του και χάιδεψε τα ξύλα του, σαν να άγγιζε τη ράχη ενός κουρασμένου ζώου.
«Μπορεί να γέρασε», αποκρίθηκε. «Μα περισσότερο γεράσαμε εμείς, κλείνοντας μόνοι μας τις τρύπες του».
Εκείνη περίπου την εποχή εμφανίστηκαν στον κάμπο τα Ποντίκια της Σωτηρίας.
Δεν ήρθαν ένα ένα, όπως έρχονται συνήθως τα ποντίκια. Ήρθαν οργανωμένα, με καθαρά γιλέκα, γυαλισμένα παπούτσια και μικρά σημαιάκια. Ανέβαιναν σε πέτρες, καρότσες και άδεια βαρέλια, ώστε να φαίνονται ψηλότερα, και μιλούσαν με τη βεβαιότητα εκείνων που δεν είχαν χρειαστεί ποτέ να σπείρουν για να μάθουν τι σημαίνει να χάνεις μια σοδειά.
«Κανένας αγρότης δεν θα μείνει μόνος», φώναζε ο αρχηγός τους.
«Θα γίνει κάτι για το νερό;» ρώτησε ένας βαμβακοπαραγωγός.
«Το νερό βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των διεκδικήσεών μας».
«Και για τις τιμές;»
«Οι τιμές είναι η μεγάλη μας μάχη».
«Πότε θα αρχίσει αυτή η μάχη;»
Το ποντίκι συμβουλεύτηκε τα χαρτιά του, τακτοποίησε το γιλέκο του και κοίταξε με σοβαρότητα τον ορίζοντα.
«Αμέσως μετά την επόμενη συγκένρωση».
Τα ποντίκια περιόδευαν καθημερινά στον κάμπο. Φωτογραφίζονταν μπροστά στα ξεραμένα καλαμπόκια, έσκυβαν με περίσκεψη πάνω από τα σπασμένα στάχυα και κουνούσαν λυπημένα το κεφάλι όταν κάποιος τους μιλούσε για χρέη.
Είχαν μάθει να περιγράφουν τη δυστυχία με τέτοια ακρίβεια, ώστε μερικές φορές οι αγρότες νόμιζαν πως εκείνα είχαν οργώσει τη γη, είχαν πληρώσει τα καύσιμα και είχαν περάσει τις νύχτες τους περιμένοντας τη βροχή.
Γνώριζαν, επίσης, όλες τις κατάλληλες λέξεις. Μιλούσαν για «ιστορικές στιγμές», «αδιαπραγμάτευτα αιτήματα», «κόκκινες γραμμές» και «μάχες μέχρι τέλους». Το τέλος, βέβαια, δεν προσδιοριζόταν ποτέ. Βρισκόταν πάντοτε λίγο πιο πέρα, συνήθως μετά την επόμενη σύσκεψη.
Όταν έφτασε η ώρα να αποπλεύσει το καράβι, τα ποντίκια ζήτησαν να ανέβουν.
«Θέλουμε να ταξιδέψουμε μαζί σας», είπαν. «Η θέση μας είναι δίπλα στον αγρότη».
Οι άνθρωποι τα πίστεψαν. Άλλωστε, ο κουρασμένος άνθρωπος δεν πιστεύει πάντοτε επειδή είναι αφελής. Μερικές φορές πιστεύει επειδή δεν αντέχει άλλο να ελπίζει μόνος του.
Τους παραχώρησαν το καλύτερο σημείο στο κατάστρωμα και τους έδωσαν τροφή από τα λιγοστά σακιά τους. Ο αρχηγός των ποντικιών εγκαταστάθηκε στην πλώρη, εκεί όπου μπορούσαν να τον βλέπουν τα περαστικά πλοία. Οι υπόλοιποι τοποθέτησαν τα σημαιάκια τους στα κατάρτια και άρχισαν να συζητούν ποιος θα εκπροσωπούσε καλύτερα το καράβι στα μεγάλα λιμάνια.
Όσο η θάλασσα παρέμενε ήρεμη, τα ποντίκια βρίσκονταν παντού. Χαιρετούσαν τα άλλα πλοία, έδιναν συνεντεύξεις στους γλάρους και διαβεβαίωναν τους πάντες ότι το ταξίδι συνεχιζόταν χάρη στη δική τους παρουσία.
«Βλέπετε;» έλεγε ο αρχηγός τους. «Χωρίς εμάς, αυτό το καράβι δεν θα είχε φτάσει ούτε μέχρι εδώ».
Οι αγρότες δεν απαντούσαν. Δούλευαν στο αμπάρι, έδεναν τα φορτία, μπάλωναν τα πανιά και μετρούσαν τη σοδειά που είχε απομείνει. Γνώριζαν πως στη θάλασσα τα μεγάλα λόγια δεν κρατούν τα σκοινιά δεμένα.
Ώσπου ένα βράδυ σηκώθηκε η πραγματική θάλασσα.
Ο άνεμος χτύπησε το καράβι με μανία. Το κατάρτι έσπασε, τα πανιά σκίστηκαν και τα κύματα έπεσαν πάνω στα πλευρά του σαν μαύρα βουνά. Από τις παλιές χαραμάδες άρχισε να μπαίνει νερό.
Οι αγρότες έτρεξαν στις αντλίες και στα σκοινιά. Άλλοι κατέβηκαν στο αμπάρι και άλλοι προσπάθησαν να συγκρατήσουν τα φορτία. Κανείς δεν ρώτησε ποιανού ήταν η σειρά να δουλέψει. Μέσα στην καταιγίδα, οι τίτλοι, οι θέσεις και οι υποσχέσεις έχασαν ξαφνικά τη σημασία τους. Υπήρχε μόνο το καράβι και το νερό που ανέβαινε.
«Ελάτε να βοηθήσετε», φώναξε ένας νέος παραγωγός. «Αν χαθεί το καράβι, θα χαθούν όλα».
Ένα από τα ποντίκια έβγαλε αμέσως ένα χαρτί.
«Θα εκδώσουμε ανακοίνωση».
«Δεν θέλουμε ανακοίνωση. Χέρια θέλουμε».
Τα ποντίκια κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Ο αρχηγός τους ψιθύρισε ότι η κατάσταση είχε γίνει εξαιρετικά σοβαρή και πως η οργάνωση όφειλε να προστατευθεί, ώστε να μπορέσει να δώσει τις επόμενες μάχες. Όλα συμφώνησαν ότι θα ήταν ανεύθυνο να χαθούν μαζί με το καράβι.
Κατέβασαν, λοιπόν, κρυφά τη σωσίβια λέμβο. Πριν φύγουν, πήραν τρόφιμα, σχοινιά και μερικά από τα καλύτερα σακιά της σοδειάς. Ήταν, όπως εξήγησαν αργότερα, απαραίτητα εφόδια για τη συνέχιση του αγώνα.
Ο γηραιότερος αγρότης τούς είδε.
«Πού πηγαίνετε;»
«Να αναζητήσουμε βοήθεια», αποκρίθηκε ο αρχηγός τους.
«Και τα σακιά;»
«Για να έχουμε κάτι να δείξουμε στις αρμόδιες αρχές».
Κανένα τους δεν κοίταξε πίσω.
Οι αγρότες έμειναν μόνοι. Έβγαζαν το νερό με κουβάδες, έδεσαν το σπασμένο κατάρτι και πέταξαν στη θάλασσα ό,τι μπορούσαν να θυσιάσουν. Δούλεψαν όλη τη νύχτα με τα χέρια ματωμένα και τα ρούχα κολλημένα επάνω τους από το αλάτι.
Δεν έσωσαν ολόκληρη τη σοδειά. Κατάφεραν, όμως, να κρατήσουν το καράβι στην επιφάνεια.
Όταν ξημέρωσε, ο νεότερος παραγωγός ανέβηκε στην πλώρη. Πάνω στα βρεγμένα σανίδια είδε τις μικρές πατημασιές των ποντικιών. Άρχιζαν στο καλύτερο σημείο του καταστρώματος και τελείωναν ακριβώς εκεί όπου είχε αρχίσει η καταιγίδα.
Λίγες ημέρες αργότερα, το καράβι έφτασε λαβωμένο στο λιμάνι. Τα ποντίκια είχαν φτάσει νωρίτερα. Περίμεναν στην αποβάθρα με καθαρά γιλέκα και στεγνά παπούτσια, κρατώντας πάλι τα μικρά σημαιάκια τους.
«Χάρη στις πιέσεις μας», ανακοίνωσε ο αρχηγός τους, «το καράβι επέστρεψε με ασφάλεια».
Αυτή τη φορά κανένας δεν χειροκρότησε.
Ο γηραιότερος αγρότης πέρασε από μπροστά τους χωρίς να μιλήσει. Ύστερα ανέβηκε ξανά στο καράβι, πήρε ένα κομμάτι ξύλο και άρχισε να κλείνει την πρώτη τρύπα.
Από τότε, πριν επιτρέψουν σε κάποιον να ταξιδέψει μαζί τους, οι αγρότες δεν τον ρωτούσαν πόσο δυνατά μπορούσε να μιλήσει ούτε πόσες συγκεντρώσεις είχε οργανώσει. Δεν ενδιαφέρονταν για τα γιλέκα, τα σημαιάκια ή τις μεγάλες λέξεις.
Του έδειχναν τις αντλίες, τα σκοινιά και τα μπαλωμένα πανιά.
Και ύστερα του έκαναν μόνο μία ερώτηση.
«Όταν σηκωθεί η θάλασσα, πού θα βρίσκεσαι;»
Γιατί είχαν πλέον μάθει πως φίλος του αγρότη δεν είναι εκείνος που μιλά περισσότερο για το καράβι, αλλά εκείνος που μένει επάνω όταν το νερό φτάσει στα πόδια του.
Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις