Η Ελληνική βιομηχανία τροφίμων και η ιστορία της


Συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από την εποχή που δημιουργήθηκαν στην Ελλάδα οι πρώτες οργανωμένες μονάδες παραγωγής ειδών διατροφής

του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου

 

Η άμεση επίδραση του επενδυτικού ελλείμματος στην Ελλάδα είχε ως συνέπεια την ελλιπή επένδυση στον δευτερογενή τομέα. Για παράδειγμα, το 1961 μόνον το 11% της συνολικής ιδιωτικής επένδυσης στην Ελλάδα κατευθύνθηκε στον δευτερογενή τομέα –έναντι 33% της Αυστρίας, 32% της Γερμανίας, 30,4% της Βρεταννίας, 27% της Γαλλίας, 27% της Ιταλίας, 24% της Πορτογαλίας. Επόμενον ήταν η κατάσταση αυτή να επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό την εξέλιξη της ελληνικής βιομηχανίας, η οποία, επιπροσθέτως, από την δεύτερη πετρελαϊκή κρίση (1979) και μετά μπήκε σε φάση κάμψης των ακαθάριστων επενδύσεων παγίου κεφαλαίου.


Δεν το λέμε εμείς. Το επισημαίνουν διεθνείς έρευνες αλλά και σημαντικές ελληνικές μελέτες. Η βιομηχανία ειδών διατροφής αποτελεί την μεγάλη παραγωγική ελπίδα της ελληνικής οικονομίας και, μέσα από την ανάπτυξή της, η Ελλάδα μπορεί να καθιερώσει διεθνώς επώνυμα ελληνικά προϊόντα αλλά και τρόπους διατροφής που ευνοούν την υγεία.

 

Για να πάμε όμως ακόμα πιο μακρυά και πιο βαθειά –χωρίς αυτό να θεωρηθεί έκφραση επίπεδου εθνικισμού– θεωρούμε ότι ο ελληνομεσογειακός τρόπος διατροφής δεν είναι άσχετος και με μια συγκεκριμένη αντίληψη για το είναι και την σημασία του. Ούτε θεωρούμε τυχαίο το γεγονός ότι η πράσινη επανάσταση που δημιούργησε τις συνθήκες διατροφής του ανθρώπου, ξεκίνησε από την Μεσόγειο για να επεκταθεί στον κόσμο ολόκληρο. Αυτό σημαίνει ότι η Μεσόγειος είναι το λίκνο και του διατροφικού πολιτισμού –άρα, σε κάποια φάση ο πολιτισμός αυτός συνδέεται με την Ελλάδα και τον ελληνισμό. Αυτή είναι δε μία διάσταση η οποία παραγνωρίζεται στην χώρα μας, την στιγμή που θα μπορούσε να αποτελέσει κορυφαίο πλεονέκτημά της στην σημερινή έντονη ανταγωνιστική πραγματικότητα. Διότι η πολιτική ύπαρξη και η πνευματική παρουσία της Ελλάδας τού 2000 π.Χ. πολλά έχει να μάς διδάξει.

 

Στο πλαίσιο αυτής της θεώρησής μας, είναι ανάγκη να επισημάνουμε εξ’ αρχής ότι θεωρούμε τον ελληνισμό περισσότερο ως «τρόπο» υπάρξεως, παρά ως «ιδέα». Ο ελληνισμός δεν είναι μία ιδέα την οποία οι Έλληνες αξιώθηκαν να πραγματώσουν –από τύχη αγαθή, ή ανεπανάληπτη έμπνευση, ή διότι, επιτέλους, κάποτε –τότε– οι συνθήκες επέτρεψαν να πραγματωθεί κάποιο «όνειρο» το οποίο προηγουμένως παρέμενε απλή θεωρητική ενατένιση. Όχι. Δεν υπήρξε προηγουμένως καμμία αφηρημένη θεωρητική σύλληψη κάποιας «ιδέας του ελληνισμού» δεν υπήρξε καμμία θεωρητική θεμελίωσή του.

 

Έτσι, ο ελληνισμός είναι ένας τρόπος υπάρξεως, όχι μία ιδέα. Είναι η πράξη που εξαϋλώνεται, όχι η ιδέα που πραγματώνεται. Άρα, θα ήταν μάταιο να αναζητήσουμε και να ανατρέξουμε στις «ιδέες που συνιστούν τον ελληνισμό». Θα ήταν στείρος διανοητισμός, που θα οδηγούσε σε λανθασμένο προσανατολισμό απέναντι στο φαινόμενο εκείνο. Διότι ο ελληνισμός δεν σχηματοποιείται ως σύνολο ιδεών, αλλά ως μία ιδιαίτερη στάση ζωής απέναντι στον κόσμο και απέναντι στον άνθρωπο. Στάση που εκδηλώνεται πάντοτε ως πράξη, ακόμη και αν η πράξη αυτή έχει την μορφή θεωρητικής ενατένισης.

 

Η πράξη αυτή, όμως, σε όλα τα επίπεδα, αναπτύχθηκε στην Μεσόγειο. Μέσα στο μεσογειακό κλίμα, η ελληνική σκέψη έφθασε στις πιο δυσπρόσιτες συλλήψεις –και μάλιστα έφθασε εκεί χωρίς τις προϋποθέσεις και την κληρονομιά που διέθετε η νεότερη σκέψη. Αυτή η σκέψη, ωστόσο, αναπτύχθηκε κάτω από ένα συγκεκριμένο φυσικό περιβάλλον, αυτό της αττικής γης. Η διαύγεια του αττικού τοπίου, η λάμψη του ήλιου και της θάλασσας, βοήθησαν την μοναδική εκείνη άνοδο στα ύψη του πνεύματος. Δηλαδή, η λάμψη του μεσογειακού κλίματος άλλοτε θεωρήθηκε επιβοηθητική και άλλοτε υπονομευτική της βαθειάς σκέψης και των υψίστων συλλήψεων.

 

Όπως ήταν επόμενο, οι ανεπανάληπτες θεωρητικές συλλήψεις επηρέασαν βαθειά, στο μέτρο των τότε δυνατοτήτων, και τις διατροφικές συνήθειες των Ελλήνων. Έτσι, η διατροφή ήταν ανέκαθεν για τους Έλληνες κάτι παραπάνω από μέσον επιβίωσης. Ήταν ένα από τα στοιχεία του πολιτισμού τους. Ήταν η αγαθή συνύπαρξη και σύμμετρη θεραπεία σώματος και ψυχής, που συνιστούν μία μορφή αρμονίας. Αυτό το έβλεπε κανείς στα τότε Συμπόσια, αλλά το βιώνει και σήμερα μ την ευκαιρία κοινωνικών εκδηλώσεων. Από τον καφέ με το κέρασμα του γλυκού, ως το ούζο με τα παστά ψάρια και θαλασσινά ή το «πλούσιο εορταστικό τραπέζι», το γεύμα συντρόφευε και συντροφεύει χαρές και λύπες: ονομαστικές εορτές, θρησκευτικά ή πολιτικά γεγονότα, γάμους, γεννήσεις και κηδείες –ή ακόμη επισφραγίζει οικονομικές συμφωνίες. Εξάλλου, ποτέ τα επιχειρηματικά γεύματα δεν υπήρξαν τόσα πολλά όσο στις ημέρες μας.

 

Τα τρόφιμα των Ελλήνων

 

Σε μία εντυπωσιακή μελέτη τους για την ιστορία της ελληνικής βιομηχανίας τροφίμων (εκδ. Κέρκυρα), ο Ευαγ. Χεκίμογλου και η Ευφροσύνη Ρούπα επισημαίνουν ότι πρέπει να γίνουν πολλές συγκριτικές μελέτες –με την συνεργασία αρχαιολόγων, βυζαντινολόγων, ανατολιστών, εθνολόγων, λαογράφων, βιολόγων και ιστορικών της μαγειρικής– μέχρι να αποκτήσουμε ολοκληρωμένη εικόνα της διατροφής των Ελλήνων κατά τους προηγούμενους αιώνες. Κάποια σπαράγματα πληροφοριών συλλέγουμε από μαρτυρίες Ευρωπαίων περιηγητών ή προξένων, καθώς και από τα δεδομένα του εξωτερικού εμπορίου.

 

Τα δημητριακά, και κυρίως τα προϊόντα του σιταριού, ήταν σημαντικά για την καθημερινή διατροφή των Ελλήνων. Κύριο τρόφιμο μεταξύ των περισσοτέρων περιοχών ήταν το ψωμί, που ετοίμαζαν όχι μόνον οι γυναίκες αλλά και οι άνδρες όταν ήταν στα βουνά. Ακόμη, έκαναν τηγανίτες, πίτες και χυλό από βρασμένο σιτάρι. Το κρέας ήταν τροφή κυρίως για γιορτινές ημέρες και μόνον οι ξένοι ή οι κάτοικοι περιοχών που είχαν αναπτυγμένη κτηνοτροφία –όπως στην Μάνη, στην Ήπειρο ή στην Θράκη– αναφέρεται ότι διατρέφονταν συχνότερα με αυτό.

 

Λόγω των κλιματολογικών και των εδαφολογικών συνθηκών, εκτρέφονταν νομαδικά κυρίως τα μικρόσωμα και λιτοδίαιτα ζώα (κατσίκια και πρόβατα). Οι Έλληνες προτιμούσαν το κατσικίσιο ή το αρνίσιο κρέας, τα οποία ήταν μαλακά. Τα μεγάλα ζώα –οι αγελάδες, τα βόδια και τα βουβάλια–, πέρα από το γεγονός ότι ήταν σπάνια, προορίζονταν για το όργωμα και, λόγω της καταπόνησής τους στην εργασία, το κρέας τους ήταν μυώδες και σκληρό. Το κατανάλωναν σε ελάχιστες περιοχές, μεταξύ των οποίων η Μάνη και η Μεσσηνία, όταν τα ζώα γερνούσαν και δεν μπορούσαν να εργασθούν άλλο. Αναφέρονται επίσης χοίροι, πουλερικά, όπως οικόσιτες κότες και γαλοπούλες, ή κυνήγι –όπως αγριογούρουνα, λαγοί, κόκκινες πέρδικες στην Αίγινα, μπεκάτσες, αγριόπαπιες στην λίμνη Κωπαΐδα, ορτύκια στην Μάνη, τσίχλες και άλλα.

 

Αν και οι Έλληνες προτιμούσαν συνήθως το κρέας ψητό, το μαγείρευαν και γιαχνί (βραστό με λαχανικά), όπως και οι Τούρκοι. Γιαχνί μαγείρευαν συνήθως τον λαγό, ενίοτε και το αρνί, ενώ μαγείρευαν την κότα είτε ψητή είτε βραστή. Το πιο δημοφιλές κρέας ήταν το αρνί, το οποίο μαγείρευαν είτε στην σούβλα, όταν επρόκειτο για ολόκληρο ζώο, πασπαλισμένο με λίπος και αρωματικά βότανα, είτε ψητό. Ως εκ τούτου, στα τέλη του 18ου αιώνα, η τιμή του κρέατος στην αγορά ήταν ανάλογη: μία οκά αρνίσιο κρέας είχε διπλάσια αξία από το βοδινό και τριπλάσια από το ψωμί. Ένα άλλο έδεσμα ήταν τα σαλιγκάρια με σκόρδο.

 

Όσον αφορά τα ψάρια, καταγράφονται σκουμπριά και σαρδέλλες στα παράλια του Κορινθιακού Κόλπου, τα οποία πάστωναν και εξήγαν. Ξιφίες αναφέρονται επίσης στον Μοριά. Αγαπούσαν περισσότερο τα φρέσκα ψάρια της θάλασσας και λιγότερο τα ψάρια του γλυκού νερού, τα οποία συχνά συσχέτιζαν με αρρώστιες. Μεταξύ των θαλασσινών προϊόντων, ιδιαίτερη αξία είχε το χαβιάρι.

 

Μαγείρευαν τα φαγητά τους με μυρωδικά χόρτα, όπως σαφράν, μέντα, μάραθο, ρίγανη και άλλα, καθώς και καρυκεύματα, όπως πιπέρι, πιπεριές, σκόρδο κλπ. Επίσης, τα εδέσματα παρασκευάζονταν με παπαρούνες, μάραθο, μαρούλια και λούπινα. Επίσης, οι αναφορές των περιηγητών είναι πολύ συχνές στα γαλακτοκομικά προϊόντα και στα κάστανα. Από τα όσπρια, τα κουκιά και τα φασόλια ήταν τόσο άφθονα που θα μπορούσαν να γίνουν αντικείμενο εξαγωγικού εμπορίου. Τα λαχανικά και τα φρούτα ήταν από τα βασικά στοιχεία της διατροφής. Αναφέρονται λάχανα, μαρούλια, τομάτες, κουνουπίδια, μελιτζάνες, καρότα, σπανάκι, αγκινάρες. Από τα φρούτα, σύκα φρέσκα ή ξερά, φραγκόσυκα, πεπόνια, καρπούζια, ρόδια, ροδάκινα, βερύκοκα, δαμάσκηνα, αχλάδια, κεράσια, μούσμουλα, χαρούπια, πορτοκάλια, κίτρα και κολοκύθες.

 

Έπιναν κρασί, ούζο, κάποια ποικιλία του οποίου έκαναν από σύκα, ενώ από τους Τούρκους είχαν υιοθετήσει το μποζά (παχύρρευστο ποτό από τριμμένο κριθάρι, που το ζύμωναν με ήρα) και το σερμπέτι (ζαχαρωμένο μείγμα με φρούτα και γάλα). Όμως, το δημοφιλέστερο από όλα ήταν ένα ρόφημα που κατασκευαζόταν από κορινθιακή σταφίδα και τριανταφυλλόνερο.

 

Ανάλογα με την περιοχή, για το μαγείρεμα χρησιμοποιούσαν λάδι ή βούτυρο. Σε περιοχές όπως η Μάνη, που είχαν λάδι αλλά και κτηνοτροφία, χρησιμοποιούσαν και τα δύο. Προϊόντα όπως η ζάχαρη, ο καφές, το ρύζι, τα μπαχαρικά κ.α., που δεν παράγονταν επιτόπου, εισάγονταν από το εξωτερικό μέσω αντιπροσώπων των ευρωπαϊκών χωρών –από την Αγγλία, την Ολλανδία, την Γαλλία και την Αμερική.

 

Ας σημειωθεί, επίσης, ότι από αρχαιοτάτων χρόνων οι Έλληνες ήταν λιτοδίαιτοι και, κατά την γνώμη μας, το μεσογειακό κλίμα και η αντίληψη για την ζωή έπαιξαν μεγάλο ρόλο στην περίπτωση αυτή. Τα συγγράμματα των περιηγητών τον 18ο αιώνα μαρτυρούν ότι η λιτή δίαιτα συνέχιζε να χαρακτηρίζει την ζωή των κατοίκων του τόπου. Ο Στεφανόπολι, κατά την περιήγησή του το 1797 στην Μάνη, αναφέρει στα κείμενά του ότι τα γεύματα που τού προσέφεραν οι φιλόξενοι κάτοικοί της ήταν ψωμί με μέλι ή, σε άλλη περίπτωση, «γάλα αγνό, τυρί φρέσκο και σταρένιο ψωμί». Περί το 1800, ο Πουκβίλ περιέγραφε το τραπέζι των Ελλήνων κατοίκων του Μοριά «γεμάτο από ισχνά φαγητά … συνήθως … χορταρικά».

 

Έως τα μέσα του 19ου αιώνα, οι περιγραφές για τους Αθηναίους αναφέρουν ότι αυτοί «διατηρούν μερικές φορές λεπτή κορμοστασιά και άνετη ελευθερία κινήσεων.

 

Το πάχος είναι αρρώστια άγνωστη σε αυτούς … Οι πλούσιοι περιορίζονται σε ένα πιάτο χόρτα για το γεύμα τους. Οι φτωχοί σε μια χούφτα ελιές και μία παστή σαρδέλα … Η μέθη, τόσο συχνή σε ψυχρούς τόπους, είναι ένα ελάττωμα πολύ σπάνιο για τους Έλληνες … Η ελληνική φυλή είναι στεγνή, νευρική και λεπτή, όπως ο τόπος που την τρέφει … Κι όταν ακόμα το λιτοδίαιτο δεν θα ήταν φυσικό σε αυτό τον λαό, θα τού επιβάλλονταν από το κλίμα», σημειώνει χαρακτηριστικά ο Αμπού. Πέρα από το φυσικό περιβάλλον, η λιτή διατροφή θα πρέπει να αποδοθεί και στα ήθη και έθιμα των Ελλήνων, με σημαντικότερο, ίσως, εκείνη την εποχή, την ορθόδοξη χριστιανική θρησκεία και τις νηστείες που επέβαλλε.

 

Μέσα λοιπόν σε αυτό το κλίμα κάνει δειλά-δειλά την εμφάνισή της στην χώρα μας και η βιομηχανία ειδών διατροφής.

 

Η ώρα της βιομηχανίας τροφίμων

 

Τόσο από το βιβλίο των Ευάγγελου Χεκίμογλου και Ευφροσύνης Ρούπα, όσο και από μελέτες του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) προκύπτει σαφώς ότι η ελληνική βιομηχανία ειδών διατροφής αρχίζει να αναπτύσσεται από τα μέσα της δεύτερης δεκαετίας του 20ου αιώνα. Παίζει δε ξεκάθαρο οικονομικό ρόλο στην εθνική οικονομία, η οποία είναι αγροτική και έντονα κατακερματισμένη. Όπως αναφέρουν οι Χεκίμογλου και Ρούπα, ο λόγος που η διατροφή έπαιζε σημαντικό ρόλο στην Ελλάδα του 1920 πρέπει να αποδοθεί στο γεγονός ότι, στα μέσα της δεκαετίας του 1920, επιτάχθηκαν και απαλλοτριώθηκαν σχεδόν δέκα εκατομμύρια στρέμματα καλλιεργήσιμων εκτάσεων σε όλη την χώρα και διατέθηκαν για την αποκατάσταση προσφύγων και γηγενών. Η διανομή της γης είχε ως αποτέλεσμα να καλλιεργηθούν εδάφη που πρώτα χρησιμοποιούνταν ως βοσκές ή έμεναν ακαλλιέργητα και να αυξηθεί σημαντικά η παραγωγή, ιδιαίτερα των σιτηρών. Στην Μακεδονία, στην Θεσσαλία και στην Ήπειρο, οι εκτάσεις που καλλιεργήθηκαν με σιτηρά διπλασιάστηκαν από το 1915 έως το 1932. Ποσοστό 93% της αύξησης στην καλλιέργεια σίτου προήλθε από τις περιοχές στις οποίες η γη διενεμήθη στους ακτήμονες.

 

Αλλά ο βασικός λόγος ανάπτυξης της βιομηχανίας της διατροφής ήταν η αύξηση του πληθυσμού και, κατά συνέπεια, της ζήτησης.

Θα πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι η αυξημένη ροπή του καταναλωτικού κοινού στην κατανάλωση δημητριακών ευνοεί την ανάπτυξη της αλευροβιομηχανίας, που είναι και ο πρώτος σε δύναμη κλάδος των ειδών διατροφής.

Αντίθετα προς το κρέας, η κατά κεφαλήν κατανάλωση δημητριακών στην Ελλάδα φθάνει τα 163 κιλά το 1932 και είναι η υψηλότερη στην Ευρώπη, όπου ο μέσος όρος βρίσκεται στα 100 κιλά περίπου. Το 1938, η παραγωγή σίτου έχει φθάσει τους 900.000 τόνους και την μερίδα του λέοντος στην αγορά κατέχουν οι βιομηχανικές επιχειρήσεις Αλλατίνη, Μύλοι Αγίου Γεωργίου, Λούλης και Ευρώτας.

Παράλληλη με αυτήν της αλευροποιΐας είναι και η ανάπτυξη των ορυζόμυλων και των βιομηχανιών αμύλου και γλυκόζης. Το πρώτο γνωστό εργοστάσιο επεξεργασίας ορύζης στην Ελλάδα ήταν των Μπενβενίστε, Νατζαρί και Σια, το οποίο ιδρύθηκε το 1905 στην Θεσσαλονίκη και καταστράφηκε από μεγάλη πυρκαϊά το 1914. Ακολούθησαν οι ιδρύσεις των εργοστασίων Ελληνικοί Ορυζόμυλοι ΑΕ, Εταιρεία Καλλιέργειας και Βιομηχανίας Ορύζου ΑΕ και Μαργαριτώφ ΑΕ. Στα προϊόντα αμύλου και γλυκόζης πριν τον Πόλεμο δεσπόζουν οι εταιρείες ΑΒΕΖΑΠ και ΒΙΑΜΥΛ ΑΕ την οποία ίδρυσε ο Σπύρος Κουβερτάρης (1897-1964).
Βιομηχανικές μονάδες αναπτύσσονται επίσης τους τομείς των ζυμών αρτοποιΐας, ζάχαρης, σοκολάτας και ζαχαρωδών, ζυμαρικών, καφέ. Γνωστές εταιρείες του κλάδου αυτού υπήρξαν και είναι η Ζύμαι Αρτοποιΐας Νικολάου ΑΕ (ΖΑΝΑΕ), η ΖΑΑΕ Χημικά Εργοστάσια, η ΙΟΝ ΑΕ, η Φλόκας, η Παυλίδης, η Ανώνυμος Βιομηχανική Εταιρεία Ζυμαρικών (ΑΒΕΖ) και η Ανώνυμος Βιομηχανική Εταιρεία Σακχαροπήκτων «Ήλιος», η οποία ωστόσο τέθηκε σε εκκαθάριση το 1939.

Η ανοδική πορεία της ελληνικής βιομηχανίας ειδών διατροφής ανεκόπη στην διάρκεια της γερμανικής κατοχής, όπου διάφοροι νόμοι (Α.Ν.424/1941) περιόρισαν τις βιομηχανικές εργασίες, με αποτέλεσμα την γενίκευση της ανεργίας στον κλάδο –ανεργία η οποία διευκόλυνε, ωστόσο, τις αρχές κατοχής να προσελκύουν Έλληνες εργάτες, λόγω ανέχειας, στα πολιτικά εργοστάσια της Γερμανίας. Υπό τις ανωτέρω συνθήκες, όπως προκύπτει από στοιχεία του περιοδικού «Βιομηχανική Επιθεώρησις», ο βιομηχανικός δείκτης παραγωγής με βάση το 1938, είχε υποχωρήσει το 1945 στο 33/100 και ο αντίστοιχος των ειδών διατροφής είχε περιορισθεί στο ήμισυ του προπολεμικού προϊόντος.
Την γερμανική κατοχή ακολούθησε ο εμφύλιος πόλεμος, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να βρεθεί πολύ πίσω από τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες σε επενδύσεις παγίου κεφαλαίου, που αποτελούσαν και την βασική προϋπόθεση για την βιομηχανική και συνολική οικονομική ανάπτυξη της χώρας.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι, αρνητικό ρόλο στην βιομηχανική ανάπτυξη της Ελλάδας, έπαιξε και η άναρχη ανάπτυξη του οικιστικού τομέα, η οποία, πέρα από την υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος, συνέβαλε και στην έναντι της Ευρώπης καθυστέρηση της ελληνικής βιομηχανίας. Ο οικιστικός τομέας απορρόφησε ποσοστό 33,8% των συνολικών επενδύσεων την περίοδο 1949-1952, ανήλθε σε 51% την περίοδο 1953-1956, υποχώρησε στο 42,4% την περίοδο 1957-1960, για να ανακάμψει σε 45,5% την επόμενη πενταετία. Το φαινόμενο αυτό υπήρξε μοναδικό στην Ευρώπη, αφού καμμία άλλη χώρα δεν διέθεσε ποσοστό μεγαλύτερο του 24% (εν προκειμένω η Ιταλία) στον οικιστικό τομέα.
Η άμεση επίδραση του επενδυτικού ελλείμματος στην Ελλάδα είχε ως συνέπεια την ελλιπή επένδυση στον δευτερογενή τομέα. Για παράδειγμα, το 1961 μόνον το 11% της συνολικής ιδιωτικής επένδυσης στην Ελλάδα κατευθύνθηκε στον δευτερογενή τομέα –έναντι 33% της Αυστρίας, 32% της Γερμανίας, 30,4% της Βρεταννίας, 27% της Γαλλίας, 27% της Ιταλίας, 24% της Πορτογαλίας. Επόμενον ήταν η κατάσταση αυτή να επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό την εξέλιξη της ελληνικής βιομηχανίας, η οποία, επιπροσθέτως, από την δεύτερη πετρελαϊκή κρίση (1979) και μετά μπήκε σε φάση κάμψης των ακαθάριστων επενδύσεων παγίου κεφαλαίου.
Το αρνητικό αυτό κλίμα αρχίζει να αλλάζει από το 1957 και μετά, αλλά στο διάστημα που μεσολάβησε η ελληνική μεταποίηση είχε χάσει έδαφος. Σαφώς δε, η πορεία αυτή επηρέασε αρνητικά και την απασχόληση, με άμεση συνέπεια την εντυπωσιακή άνοδο των αυτοαπασχολούμενων στην χώρα μας.
Μεταπολεμικά, πάντως, παρατηρούνται στην Ελλάδα σημαντικές αλλαγές στον τρόπο διατροφής των Ελλήνων, γίνονται σοβαρές ανακατατάξεις στην λιανική πώληση ειδών διατροφής και, σταδιακά, με την άνοδο του βιοτικού επιπέδου, αλλάζουν άρδην και οι καταναλωτικές συνήθειες. Οι Έλληνες παύουν να είναι λιτοδίαιτοι και υιοθετούν τρόπους κατανάλωσης που τους φέρνουν πολύ κοντά στα δυτικοευρωπαϊκά πρότυπα. Αυξάνεται έτσι η κατά κεφαλήν δαπάνη για κατανάλωση κρέατος, πουλερικών και γαλακτοκομικών προϊόντων, ενώ νέα είδη διατροφής –σνακ, τσιπς, καραμέλες, γκοφρέτες, κλπ– κερδίζουν συνεχώς έδαφος στην καθημερινή διατροφική δαπάνη.
Είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω εξελίξεις προκαλούν σοβαρές αλλαγές στην εγχώρια βιομηχανία ειδών διατροφής, με κάποιους κλάδους της να παρακμάζουν και άλλους να αναπτύσσονται με ρυθμούς μεγαλύτερους από τους μέσους του συνόλου της ελληνικής μεταποίησης


Η νέα προσαρμογή


Ενώ κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου η βιομηχανία τροφίμων κατείχε την δεύτερη θέση στο σύνολο της ελληνικής μεταποίησης μετά την κλωστοϋφαντουργία, στο τέλους του 20ου αιώνα είχε κατακτήσει τα πρωτεία με τάσεις περαιτέρω ανόδου.
Ήδη, το 1980, η ελληνική βιομηχανία τροφίμων συνεισέφερε ποσοστό 16,5% του εθνικού βιομηχανικού προϊόντος, προηγούμενη όλων των άλλων κλάδων της μεταποίησης. Κατείχε ακόμη την δεύτερη θέση σε αριθμό αυτοαπασχολούμενων και στην προστιθέμενη αξία, με ποσοστά 13% και 24% αντιστοίχως. Αλλά εκείνο που προσδιόριζε τον στρατηγικό ρόλο της ήταν η ολοένα και μεγαλύτερη αλληλεξάρτηση του συγκεκριμένου τομέα και της γεωργίας, αφού συνεχώς μεγαλύτερο τμήμα της γεωργικής παραγωγής αποτελούσε πρώτη ύλη της βιομηχανίας τροφίμων, ως αντικείμενο μεταποίησης και τυποποίησης από αυτήν.
Τα ποσοτικά μεγέθη καταμαρτυρούν την μεγάλη πρόοδο της ελληνικής βιομηχανίας ειδών διατροφής. Από 103 ανώνυμες εταιρείες που υπήρχαν στον κλάδο αυτόν το 1939, σήμερα, μετά από εβδομήντα και πλέον χρόνια, ο αριθμός πλησιάζει τις 2.000 επιχειρήσεις –από τις οποίες, δύο στις τρεις είναι κερδοφόρες. Ο κύκλος εργασιών του κλάδου ξεπερνά τα 16 δισεκατ. ευρώ και πραγματοποιείται σε ποσοστό 90% από κερδοφόρες επιχειρήσεις. Ας σημειωθεί, επίσης, ότι το 25% του κύκλου αυτού εργασιών πραγματοποιείται από κερδοφόρους ομίλους όπως οι Ελληνική Βιομηχανία Ζάχαρης, Vivartia, Φαγε, Ελαΐς, Νεστλέ, Σόγια Ελλάς, Μεβγάλ, Θράκη. Τα κεφάλαια που χρησιμοποιήθηκαν για την πραγματοποίηση του συνολικού κύκλου εργασιών στον κλάδο ξεπερνούν το 2% των συνολικών κεφαλαίων της ελληνικής βιομηχανίας.
Είναι συνεπώς κατάδηλο ότι η βιομηχανία τροφίμων είναι ό,τι καλύτερο διαθέτει σήμερα ο παραγωγικός ιστός της χώρας.
Από πλευράς απασχολήσεως, ο κλάδος αντιπροσωπεύει 350.000 θέσεις εργασίας, ήτοι το 26% του τομέος της μεταποιήσεως. Ακόμα, μεγάλο ποσοστό της απασχολήσεως αυτής καλύπτει την ελληνική περιφέρεια και, βεβαίως, στηρίζει τον αγροτικό τομέα και την ελληνική κτηνοτροφία. Επίσης, χαρακτηριστικό είναι ότι, την περίοδο 2004-2006, η βιομηχανία τροφίμων δημιούργησε 6.500 νέες θέσεις εργασίας, επιτυγχάνοντας ρυθμό αυξήσεως της απασχολήσεως περίπου 5,26%.
Με βάση τα ανωτέρω στοιχεία, είναι σαφές ότι η ελληνική βιομηχανία τροφίμων κατέχει σήμερα την πρώτη θέση στην ελληνική οικονομία και αποτελεί τον κλάδο με την υψηλότερη συμβολή σε όλα τα βασικά μεγέθη της μεταποίησης –πωλήσεις, προστιθέμενη αξία, αριθμός επιχειρήσεων, απασχόληση. Οι επιχειρήσεις της βιομηχανίας τροφίμων χαρακτηρίζονται, επίσης, από εξωστρέφεια και έντονη επενδυτική και εμπορική δραστηριότητα και έτσι έχουν καταφέρει να αποτελούν κύριο μοχλό αναπτύξεως στην χώρα μας. Παράλληλα, επειδή ο κλάδος δέχεται και έντονες ανταγωνιστικές πιέσεις, κάνει πολύ σοβαρές προσπάθειες εξορθολογισμού του παραγωγικού του ιστού και της ευρύτερης διοικήσεως και οργανωτικής αναβαθμίσεώς του.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, όπως αναγνωρίζει και το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), οι στόχοι της βιομηχανίας τροφίμων είναι:
*η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας με μεγαλύτερη εξωστρέφεια, με διαφάνεια και με την διευκόλυνση της επιχειρηματικότητος,
*η σταθερή και υψηλή ποιότητα και ασφάλεια των προϊόντων, κάτι που επιτυγχάνεται με σκληρή δουλειά στην έρευνα και τεχνολογία, καθώς και στην παραγωγή και διανομή των προϊόντων,

*η διατήρηση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών στα προϊόντα και στο όνομα της βιομηχανίας, που αποτελεί και το σημαντικότερο κεφάλαιό της,
*ο μακροπρόθεσμος σεβασμός στο περιβάλλον και η αναγνώριση της κοινωνικής ευθύνης.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονισθεί ότι, στους κόλπους της ελληνικής βιομηχανίας, ο κλάδος των τροφίμων είναι αυτός που αφιερώνει και τα μεγαλύτερα ποσά για έρευνα και ανάπτυξη, ακριβώς επειδή στο επίπεδο αυτό οι επιχειρήσεις μπορούν να αποκτήσουν συγκριτικό πλεονέκτημα. Ταυτοχρόνως, η δραστηριότητα του κλάδου είναι ενισχυτική και άλλων τομέων της ελληνικής οικονομίας, πέρα από την γεωργία και την κτηνοτροφία, όπως είναι τα υλικά συσκευασίας, οι μέθοδοι και τα συστήματα αποθηκεύσεως, οι μεταφορές.


Από την άλλη πλευρά, σε καθαρά επιστημονικό επίπεδο, η βιομηχανία τροφίμων παίζει, σε παγκόσμιο επίπεδο, σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της γενετικής και της βιοτεχνολογίας, που είναι και οι αναπτυσσόμενοι παραγωγικοί κλάδοι του μέλλοντος. Είναι έτσι σαφές ότι ο κλάδος των τροφίμων θα παράγει όλο και περισσότερο προϊόντα τα οποία θα έχουν υψηλά επίπεδα ενσωματωμένης γνώσεως –φαινόμενο το οποίο αποτελεί βεβαίως ασήμαντη λεπτομέρεια για τους εγχώριους οικονομικούς και άλλους ειδήμονες. Σημαντική είναι επίσης η συμβολή της βιομηχανίας τροφίμων και ποτών στην συνολική διαφημιστική δαπάνη στην χώρα μας, με αποτέλεσμα να ενισχύονται εισοδηματικά και τα μέσα μαζικής επικοινωνίας (ΜΜΕ), γεγονός το οποίο επίσης συνιστά λεπτομέρεια για ορισμένους.


Επειδή δε γύρω από την βιομηχανία τροφίμων πολύς λόγος γίνεται για τις τιμές πωλήσεως των προϊόντων της, σκόπιμον είναι να δούμε από κοντά τα διαθέσιμα στοιχεία. Εξετάζοντας τον δείκτη τιμών καταναλωτή του μηνός Δεκεμβρίου 2010 προς τον αντίστοιχο δείκτη του Δεκεμβρίου 2009, προκύπτει αύξηση 2%. Από την αύξηση αυτή, μόνον το 0,15% αντιστοιχεί σε βιομηχανικά τυποποιημένα τρόφιμα. Το υπόλοιπο 1,85% αποδίδεται στα κρέατα, τα αγροτικά προϊόντα, την ένδυση, τα καύσιμα κλπ. Επίσης, τα επώνυμα τυποποιημένα προϊόντα ευθύνονται μόνον για το 0,17% όσον αφορά στον πληθωρισμό του Φεβρουαρίου 2010, που έκλεισε στο 2,1%.


Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, για να εξετάζει την διαδικασία συγκλίσεως των τιμών στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (ΕΕ), χρησιμοποιεί έναν διαρθρωτικό δείκτη για το επίπεδο τιμών (comparative price levels). Ο δείκτης εκφράζει το πόσο «ακριβή ή φθηνή είναι η ζωή» σε μία χώρα σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσον όρο, λαμβάνοντας υπ’ όψιν την αγοραστική δύναμη των πολιτών της κάθε χώρας. Σύμφωνα με τον δείκτη αυτόν, η Ελλάδα στην ΕΕ των Δεκαπέντε ήταν 14η το 20007 σε επίπεδο ακρίβειας.


Δηλαδή, από τα 15 «παλαιά» μέλη της ΕΕ, η Ελλάδα, η Ισπανία και η Πορτογαλία έχουν το χαμηλότερο επίπεδο τιμών, με την Ελλάδα να είναι περίπου 15% φθηνότερη σε σχέση με τον μέσον όρο των 15 χωρών μελών της ΕΕ.
Επίσης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην ανακοίνωσή της για τις τιμές των τροφίμων, εκτιμά ότι οι αυξήσεις των διεθνών τιμών των βασικών γεωργικών προϊόντων επηρέασαν δραματικά το κόστος χιλιάδων προϊόντων διατροφής. Οι αιτίες της αύξησης των βασικών γεωργικών προϊόντων οφείλονται σε συνδυασμό παραγόντων, όπως το υψηλότερο κόστος ενέργειας, η έλλειψη υδάτινων πόρων και οι επιπτώσεις στην γεωργία, η χρήση βιοκαυσίμων και η αυξημένη ζήτηση για τρόφιμα στις αναπτυσσόμενες χώρες.


Πρέπει να υπογραμμισθεί, στο σημείο αυτό, η σχετική έρευνα που εκπονήθηκε στο πλαίσιο της Ανακοίνωσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας αυτής, τα οποία παρουσιάστηκαν στις Βρυξέλλες περί τα τέλη Φεβρουαρίου, η Ελλάδα, το 2008, μεταξύ των 27 χωρών μελών, κατέχει την 22η θέση στις αυξήσεις τιμών.
Κατά τα λοιπά, οι μεγάλοι αναλυτές της ακρίβειας καλόν θα ήταν να μάς ενημερώσουν πόσο επιβαρύνθηκε το κόστος των επιχειρήσεων τα τελευταία τρία χρόνια από φαινόμενα όπως: α) η οκτάμηνη υπολειτουργία των λιμανιών της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, που δημιούργησε πάρα πολλά προβλήματα λόγω αυξημένου κόστους μεταφορών, β) οι απεργιακές κινητοποιήσεις των ιδιοκτητών φορτηγών δημοσίας χρήσεως και βυτιοφόρων, που προκάλεσαν περαιτέρω εμπόδια στην λειτουργία των επιχειρήσεων καθώς υπήρξαν καθυστερήσεις στις παραλαβές πρώτων υλών, αδυναμία στην ανταπόκριση των παραγγελιών τους και προβλήματα στην τροφοδοσία της αγοράς, γ) η δυσχέρεια στις εισαγωγές και εξαγωγές, δ) τα προβλήματα που προέκυψαν από τις κινητοποιήσεις των αγροτών και της δημόσιας διοίκησης, η οποία μέσα σε 26 μήνες πραγματοποίησε 23 γενικές απεργίες.
Όλα αυτά τα γεγονότα απετέλεσαν και θα αποτελούν στο μέλλον σοβαρά πλήγματα κατά της βιομηχανίας ειδών διατροφής, που σήμερα είναι ο σοβαρότερος παραγωγικός κλάδος της χώρας. Χάρη δε στην εξωστρέφειά της, η βιομηχανία τροφίμων μπορεί να γίνει και ο καλύτερος πρεσβευτής ενός ελληνικού τρόπου ζωής προσαρμοσμένου στις αλλαγές, σε όλα τα επίπεδα, οι οποίες χαρακτηρίζουν ήδη –και θα σημαδέψουν ακόμη περισσότερο– τον 21ο αιώνα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. «Ιστορία της βιομηχανίας τροφίμων», Ευαγ. Χεκίμογλου, Ευφροσύνη Ρούπα, Εκδόσεις Κέρκυρα, 2006
2. «Εργοστάσιο, μια εικαστική ματιά στην βιομηχανία τροφίμων και ποτών», Φωτογραφίες: Πλάτων Τσούλος, Κείμενα: Λάμπρος Πολύζος, Εκδόσεις Ολκός, 2010
3. Έκθεση για την Βιομηχανία Τροφίμων, ΙΟΒΕ, 2009

 

πηγη:.europeanbusiness

Δείτε επίσης