Εμπορία γεωργικών φαρμάκων στην Ελλάδα και Κύπρο

Το ατομικό εισόδημα, ανεξαρτήτως ομάδας πληθυσμού ή επαγγελματικής δραστηριοποίησης, αποτελεί το πιο βασικό παράγοντα καθορισμού του βιοτικού επιπέδου των ανθρώπων. Για τους γεωργούς, συγκεκριμένα, η βελτίωση του γεωργικού εισοδήματος εξαρτάται από τη μείωση στις τιμές των εισροών στη γεωργία, όπως είναι για παράδειγμα τα εργατικά κόστη, τα λιπάσματα και το πετρέλαιο και από την αύξηση στις τιμές των εκροών, που είναι τα παραγόμενα προϊόντα. Για σκοπούς ανάλυσης, θεωρούμαι τις τιμές των εισροών σταθερές, ώστε η βελτίωση του γεωργικού εισοδήματος να εξαρτάται μόνο από τις τιμές των εκροών. Σε αυτή την περίπτωση η βελτίωση του γεωργικού εισοδήματος εξαρτάται από την αναβάθμιση της ποιότητας του παραγόμενου προϊόντος και την αύξηση της παραγομένης ποσότητας των γεωργικών προϊόντων. Η ποιότητα και η ποσότητα των προϊόντων αποτελούν το ένα μέρος, που εν μέρη ελέγχονται από το γεωργό. Το άλλο μέρος είναι η δυνατότητα διάθεσής τους στην αγορά, σε τιμή που να ευνοεί τα συμφέροντα των γεωργών.

Στο γεωργικό κόσμο παλαιότερα κυριαρχούσε η άποψη ότι η περιορισμένη γεωργική παραγωγή και ο μόχθος του αγρότη γίνονταν αντικείμενο εκμετάλλευσης από άτομα που επιτελούσαν το ρόλο του μεσάζοντα. Ο μεσάζοντες καθόριζαν τις τιμές και ως εκ τούτου διαμόρφωναν το εισόδημα και το βιοτικό επίπεδο του γεωργού. Κατά κανόνα οι γεωργοί μοχθούσαν και οι μεσάζοντες απολάμβαναν τους καρπούς του μόχθου τους.

Ταυτόχρονα, όμως τίθενται τρία ερωτήματα:

Το πρώτο ερώτημα αφορά το κατά πόσον ο γεωργικός κόσμος ήταν ή και σήμερα είναι έτοιμος να εμπορευθεί τα παραγόμενα προϊόντα του; Κατά πόσο δηλαδή είναι σε θέση η παραγωγή να μεταφερθεί απ’ ευθείας στην κατανάλωση; Η γεωργική οικονομική θεωρία είναι ξεκάθαρη: κανένας γεωργός από μόνος του δεν μπορεί να έλθει αντιμέτωπος με τους νόμους και τις συνθήκες της αγοράς. Η περιορισμένη έως ανύπαρκτη διαπραγματευτική δύναμη των μεμονωμένων γεωργών, σε συνδυασμό με τις ελάχιστες ποσότητες προϊόντος που εμπορεύονται, αποτελούν ανασταλτικούς παράγοντες για την επιτυχία επιθυμητών συμφωνιών και φυσικά επιθυμητών τελικών τιμών.

Το δεύτερο ερώτημα αφορά το κατά πόσο οι γεωργοί είναι σε θέση να αφιερώσουν χρόνο και χρήμα για τη διάθεση των παραγόμενων προϊόντων τους; Η διάθεση των προϊόντων απαιτεί τη συνεργασία των γεωργών, ώστε να επιτευχθούν οικονομίες κλίμακας και επαρκής διαπραγματευτική δύναμη, γνώσεις σχετικά με το εμπόριο και την αγορά, γνώσεις σχετικά με την ασφαλή διακίνηση των τροφίμων από την παραγωγή στην κατανάλωση και χρήμα για επενδύσεις σε υποδομές, μεταφορικά μέσα και τεχνογνωσία.

Το τρίτο ερώτημα αφορά στο κατά πόσον οι μεσάζοντες έχουν συνεισφέρει και συνεισφέρουν υπέρ της βιωσιμότητας της κυπριακής γεωργίας, καθώς, εν τη απουσία συνεργασιών και πρωτοβουλιών από το γεωργικό κόσμο, είναι αυτοί που τελικά διοχετεύουν τα παραγόμενα προϊόντα στην αγορά. Είναι οι μεσάζοντες υποβοηθητικοί στο γεωργικό κόσμο, καθώς με τη γνώση των νόμων της αγοράς και τις κατάλληλες υποδομές, επιτυγχάνουν την προώθηση των προϊόντων από το χωράφι στους πάγκους των αγορών και των υπεραγορών;

Το Συνεργατικό Κίνημα έχει εργαστεί συστηματικά, κατά το παρελθόν, με το στόχο τη βελτίωση του γεωργικού εισοδήματος. Με την παρουσία τους οι συνεργατικές εταιρείες διάθεσης γεωργικών προϊόντων (ΣΕΔΙΓΕΠ) προσπάθησαν να εξυγιάνουν την αγορά, να συντονίσουν την παραγωγή και να συγκεντρώσουν τα γεωργικά προϊόντα, να αξιοποιήσουν σημαντικές αγορές του εξωτερικού, να συνασπίσουν τους παραγωγούς και να ενοποιήσουν τις δυνάμεις τους και κυρίως να αναβαθμίσουν τις τιμές προς όφελος των γεωργών. Δυστυχώς, για διάφορους λόγους, οι περισσότερες των ΣΕΔΙΓΕΠ απέτυχαν να υλοποιήσουν τους σκοπούς της ίδρυσής τους.

Η διανομή γεωργικών προϊόντων στη κυπριακή αγορά πραγματοποιείται από ιδιωτικές εταιρείες. Μέσα από τη λειτουργία χονδρικών αγορών ανά Επαρχία, με σημαντικότερη αυτή της Λευκωσίας, διαμορφώνονται οι τιμές των προϊόντων στην εγχώρια αγορά ανάλογα με την προσφορά και την ζήτηση. Η λιανική πώληση των φρούτων και λαχανικών ουσιαστικά πραγματοποιείται από μεγάλες αλυσίδες υπεραγορών αλλά και από μεγάλα καταστήματα – φρουταρίες. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την ολοένα αύξηση της συγκέντρωσης της ζήτησης.

Σε αντίθεση με την αυξανόμενη συγκέντρωση της ζήτησης, ακόμα και σήμερα, παρατηρείται χαμηλός βαθμός οργάνωσης των αγορών σε Οργανώσεις ή Ομάδες Παραγωγών, ώστε να μπορέσουν, μέχρι ενός σημείου, να ελέξουν την αγορά και να βελτιώσουν τα εισοδήματα των παραγωγών – μελών τους. Επιπρόσθετα εκτός από τη συγκέντρωση της προσφοράς και τη διάθεση στην αγορά των προϊόντων των μελών τους, οι Οργανώσεις και Ομάδες Παραγωγών έχουν ακόμα ως στόχο τον καλύτερο προγραμματισμό της παραγωγής και την προσαρμογή της στη ζήτηση, τόσο από ποσοτικής αλλά κυρίως από ποιοτικής πλευράς. Εξίσου σημαντικοί στόχοι είναι η ελαχιστοποίηση του κόστους παραγωγής και η σταθεροποίηση των τιμών παραγωγού, καθώς και η χρήση φιλοπεριβαλλοντικών καλλιεργητικών πρακτικών.

Σήμερα στην Κύπρο ο κατάλογος των αναγνωρισμένων ή των προαναγνωρισμένων Ομάδων και Οργανώσεων Παραγωγών από το Τμήμα Γεωργίας, που είναι η Αρμόδια Αρχή με βάση τον Περί Αναγνωρίσεων Οργανώσεων Παραγωγών Γεωργοκτηνοτροφικών Προϊόντων Νόμο 164 (Ι) του 2002, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 160 (Ι) του 2004, περιλαμβάνει 24 καταχωρήσεις. Στην πλειονότητά τους οι καταχωρήσεις αφορούν Ομάδες και Οργανώσεις Παραγωγών με πεδίο δραστηριοποίησης τα φρούτα και τα λαχανικά. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η ΣΕΔΙΓΕΠ Πιτσιλιάς, η ΣΕΔΙΓΕΠ Λύσης, η Ομάδα Παραγωγών Περιοχής Οδούς και η Ομάδα Πατατοπαραγωγών Ξυλοφάγου – Ορμήδειας – Λιοπετρίου.

Ταυτόχρονα, οι αγροτικές οργανώσεις τάσσονται υπέρ της δημιουργίας ενιαίου μητρώου εμπόρων αγροτικών προϊόντων που σκοπό έχει τη δημιουργία ενιαίας βάσης δεδομένων σε σχέση με τη διαφάνεια των τιμών μεταξύ παραγωγής και πώλησης αγροτικών προϊόντων.

Συστήματα παρακολούθησης και ανάλυσης των χονδρικών τιμών γεωργικών προϊόντων ήδη εφαρμόζονται σε αρκετά κράτη – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπως υποστηρίζουν οι αγροτικές οργανώσεις, με αυτό το μέτρο ενισχύεται η ομαλή λειτουργία κανόνων της αγοράς, εξασφαλίζεται ο υγιής ανταγωνισμός κατά την πώληση γεωργικών προϊόντων, προστατεύονται τόσο οι καταναλωτές, όσο και οι γεωργοί από αυθαίρετες τιμολογήσεις και το αδικαιολόγητο χάσμα ανάμεσα στην τιμή του χωραφιού και στην τιμή του πάγκου.

Οι μεσάζοντες στη γεωργία δεν αποτελούν φαινόμενο μόνο της Κύπρου. Πιο πρόσφατο και χαρακτηριστικό παράδειγμα παράκαμψης των μεσαζόντων είναι το «κίνημα της πατάτας». Το κίνημα που ξεκίνησε πρόσφατα από την Κατερίνη στην Ελλάδα, από την Εθελοντική Ομάδα Δράσης Νομού Πιερίας έχει σαν βασικό του στόχο την προμήθεια των καταναλωτών με γεωργικά προϊόντα σε χαμηλές τιμές. Η αρχή έγινε με την πώληση 24 τόνων πατάτας Νευροκοπίου σε 500 περίπου οικογένειες από την ευρύτερη περιοχή Κατερίνης σε τιμή κόστους (0,25 ευρώ το κιλό). Η πρωτοβουλία αυτή είχε άμεσα αποτελέσματα, καθώς γνωστή αλυσίδα υπεραγορών της περιοχής μείωσε την τιμή της πατάτας Νευροκοπίου στους πάγκους της στα 0,34 ευρώ το κιλό. Η Εθελοντική Ομάδα Δράσης ξεκίνησε ήδη μια νέα καμπάνια, αυτή τη φορά για το αλεύρι, προετοιμάζοντας τη μαζική παραγγελία 50 τόνων του προϊόντος. Μετά από έρευνα αγοράς και προσφορές συνεταιριστικών κυλινδρόμυλων, επιλέχτηκε το λευκό αλεύρι για όλες τις χρήσεις από το Κιλκίς, το οποίο θα διατεθεί στην τιμή των 50 σεντς το κιλό σε συσκευασίες των πέντε κιλών.

Σήμερα στην Ελλάδα, η ιδέα που ξεκίνησε με το «κίνημα της πατάτας» εξαπλώνεται σε πολλές πόλεις και χωριά. Πρωτοβουλίες και ρόλο εθελοντικών ομάδων αναλαμβάνουν οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης, που συλλέγουν παραγγελίες για τη διανομή φθηνών προϊόντων, όπως πατάτας, αλευριού, ελαιολάδου, ρυζιού και οσπρίων. Στόχος είναι το κίνημα να διευρυνθεί και να μονιμοποιηθεί, με εγγύηση ποιότητας και τιμών.

Στην κυπριακή γεωργία η παρουσία των εμπόρων των παραγόμενων γεωργικών προϊόντων αποδεικνύεται αναγκαία. Οι περιπτώσεις όπου οι γεωργοί έχουν απεμπλακεί από τους μεσάζοντες είναι ανύπαρκτες. Οι περιπτώσεις όπου οι Ομάδες ή Οργανώσεις Παραγωγών έχουν πετύχει την απεξάρτησή τους από τους μεσάζοντες είναι μέχρι στιγμής ελάχιστες. Αυτές που το έχουν πετύχει οφείλουν την επιτυχία τους στο μεγάλο αριθμό των μελών τους και στα υψηλής ποιότητας παραγόμενα προϊόντα τους, παράγοντες που ενισχύουν τη διαπραγματευτική τους δύναμη και τους τοποθετούν με γερά θεμέλια στην αγορά.

Δείτε επίσης