Η ολλανδική αγορά βιολογικών προϊόντων και το ελληνικό στοίχημα ποιότητας

Η αγορά βιολογικών προϊόντων στην Ολλανδία, αξίας άνω των €1,2 δισ., παραμένει απαιτητική αλλά ανοιχτή σε προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας. Για τα ελληνικά βιολογικά τρόφιμα, η επιτυχία δεν κρίνεται στον όγκο, αλλά στη συνέπεια, την πιστοποίηση και τη στρατηγική τοποθέτηση.

Η ολλανδική αγορά βιολογικών προϊόντων δεν λειτουργεί με τους κανόνες της εντυπωσιακής ανάπτυξης λειτουργεί με τους κανόνες της πειθαρχίας. Είναι μια αγορά ώριμη, απαιτητική, με καταναλωτές που γνωρίζουν τι ζητούν και με θεσμούς που ελέγχουν όχι μόνο το τελικό προϊόν, αλλά ολόκληρη τη διαδρομή του μέχρι το ράφι. Σε αυτό το περιβάλλον, τα βιολογικά τρόφιμα δεν αποτελούν τάση. Αποτελούν επιλογή με κόστος, ευθύνη και προσδοκία συνέπειας.

Σε απόλυτους αριθμούς, η αγορά παραμένει σημαντική. Η συνολική αξία της ξεπερνά τα €1,2 δισ., με ετήσιο ρυθμό αύξησης κοντά στο 4%. Όμως η εικόνα αλλάζει όταν η ανάλυση κατεβαίνει στο επίπεδο της καθημερινής κατανάλωσης. Τα βιολογικά προϊόντα εξακολουθούν να κατέχουν μόλις 4% του συνολικού καλαθιού τροφίμων, αποτυπώνοντας τα όρια ανάμεσα στη δηλωμένη περιβαλλοντική ευαισθησία και στις πραγματικές αγοραστικές αποφάσεις. Η άνοδος του κόστους ζωής και ο πληθωρισμός έχουν περιορίσει την προθυμία για ακριβότερες επιλογές, ιδίως στα μεγάλα σούπερ μάρκετ.

Η ουσία της αγοράς, ωστόσο, δεν βρίσκεται εκεί βρίσκεται στο παράλληλο δίκτυο εξειδικευμένων καταστημάτων, αγορών παραγωγών και ψηφιακών πλατφορμών, που συγκεντρώνουν ένα κοινό με σαφή διατροφική και αξιακή ταυτότητα. Πρόκειται κυρίως για αστικούς καταναλωτές, ηλικίας 25 έως 50 ετών, με υψηλότερο εισόδημα και έντονη ευαισθησία σε ζητήματα υγείας, περιβάλλοντος και ιχνηλασιμότητας. Για αυτούς, η ετικέτα «βιολογικό» δεν αρκεί. Ζητούν προέλευση, πιστοποίηση, χαμηλό περιβαλλοντικό αποτύπωμα και καθαρή αφήγηση.

Σε αυτό το σημείο, η ολλανδική αγορά γίνεται αμείλικτη. Οι κανόνες είναι σαφείς και αυστηροί, οι έλεγχοι συστηματικοί και η ανοχή σε ασάφειες μηδενική. Το αποτέλεσμα είναι μια αγορά με υψηλό κόστος εισόδου, αλλά και υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης. Όποιος περνά το φίλτρο, αποκτά πρόσβαση σε ένα κοινό που πληρώνει για ποιότητα και συνέπεια όποιος δεν αντέχει, απορρίπτεται αθόρυβα.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, τα ελληνικά βιολογικά προϊόντα έχουν αναγνωρίσιμη παρουσία, αλλά όχι δεδομένη θέση. Το βιολογικό ελαιόλαδο, οι ελιές, τα τυροκομικά, το μέλι και τα κρασιά με σαφή γεωγραφική ταυτότητα αντιμετωπίζονται ως προϊόντα υψηλής ποιότητας και αυθεντικότητας. Ταυτόχρονα, όμως, συγκρίνονται άμεσα με αντίστοιχες προτάσεις από χώρες που διαθέτουν ισχυρότερη εμπορική οργάνωση, βαθύτερη διείσδυση και μακροχρόνια σχέση με τα ολλανδικά δίκτυα διανομής.

Για την Ελλάδα, το ζητούμενο δεν βρίσκεται στην ποιότητα των προϊόντων, αλλά στη δομή που τα συνοδεύει μέχρι το ράφι. Το κόστος πιστοποίησης, οι απαιτήσεις συσκευασίας, η εφοδιαστική αλυσίδα και η ανάγκη σταθερής παρουσίας δημιουργούν πιέσεις, ιδίως για μικρού και μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις. Παράλληλα, η απουσία συντονισμένης εμπορικής στρατηγικής περιορίζει την αναγνωρισιμότητα των ελληνικών προϊόντων πέρα από μεμονωμένες επιτυχίες.

Την ίδια στιγμή, η Ολλανδία ενισχύει τον ρόλο της ως κόμβος εισαγωγών και επανεξαγωγών βιολογικών προϊόντων στην Ευρώπη. Η σταθερή αύξηση των βιολογικά καλλιεργούμενων εκτάσεων, η τεχνολογική οργάνωση της αγροδιατροφικής αλυσίδας και η αυστηρή εποπτεία δημιουργούν ένα περιβάλλον που δεν ευνοεί τις γρήγορες κινήσεις, αλλά ανταμείβει τη διάρκεια.

Το συμπέρασμα προκύπτει χωρίς δραματικούς τόνους η ολλανδική αγορά βιολογικών προϊόντων δεν αποτελεί εύκολη διέξοδο για τις ελληνικές εξαγωγές, αλλά ούτε και κλειστή πόρτα. Αποτελεί μια αγορά δοκιμασίας. Εκεί, η ποιότητα δεν αρκεί να δηλώνεται· πρέπει να αποδεικνύεται συνεχώς. Και η επιτυχία δεν έρχεται από τον όγκο, αλλά από την ικανότητα να αντέχεις σε ένα σύστημα που δεν συγχωρεί την ασυνέπεια.

Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις